Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Όνειρο κακό..


Σκέψεις μανιασμένα μαύρα σύννεφα, οργή, χτυπούσαν άγρια τα κύματα στην προκυμαία, ξεσπούσε ο Θεός με την οργή του στη γη.. χαλασμός Κυρίου..
Χειμώνιασε απότομα πρόλαβε να συλλογιστεί ανάμεσα στα διαλλείματα που έκανε το μυαλό βλέποντας όλο αυτό το πανικό..
Ίχνη φόβου εμφανίστηκαν και η καρδιά άρχισε να χτυπά απότομα..
Πότε κοβόταν η αναπνοή, πότε μούδιαζαν τα πόδια..
άλλο ένα βήμα ..
να φτάσει στον επόμενο βράχο..
άλλο ένα άλμα μεταξύ κενού και θάλασσας..
να φτάσει πιο μπροστά..
Παράλογο σκηνικό και πιο παράλογη η αντίδραση του ανθρώπου,
όπου μπροστά στη θέα όλων αυτών συνεχίζει να προσπερνάει ένα ένα τα βράχια
για να φτάσει εκεί.. πάνω στην προκυμαία.. στο φάρο ..
Αέρας χτυπούσε τα μαλλιά της, και όπως ήταν μαύρα σαν τη θάλασσα φάνταζαν
λες και κάποια κοράκια πιάστηκαν από πάνω της και την τραβούσαν στον αέρα..
Μανιασμένα χτυπούσαν αλύπητα πέρα δώθε τα φτερά τους,
μα τα νύχια τους γαντζωμένα συνέχιζαν πάνω της,
πλαισίωναν το λευκό πρόσωπο της..
Και η φιγούρα από μακριά φάνταζε να αμύνεται, να παλεύει να νικήσει..
δεν καταλάβαινες αν πήγαινε μπροστά ή πίσω ..
μόνο κινήσεις βιαστικές, παράταιρες.. σαν την ορμή του ανέμου.
Κι έφτασε στα μέσα της προκυμαίας.. πίσω της η αρχή φαινόταν Γολγοθάς,
μπροστά της η συνέχεια αμφίβολη.. ταλαντευόταν με το ένα πόδι στον αέρα,
να πηδήξει.. να κάνει ένα επιπλέον άλμα στον επόμενο βράχο,
να μείνει εκεί;
στη μέση του πουθενά;
Μετρούσε την απόσταση από το τέλος.. μετρούσε τα κύματα που δονούσαν το έδαφος
κάτω από τα πόδια της. Ψιχάλες αλμυρού νερού μετέφερε ο άνεμος,
βρίσκοντας αντίσταση στο κορμί, στο πρόσωπο, στα χέρια της..
Ένα βήμα ακόμα, δύο ..
νάτο και το τρίτο..
κοντεύω σκέφτηκε δύο ακόμα και έφτασα..
παραπάτησε..
λύγισε..
γονάτισε στον τρίτο βράχο προσπαθώντας να πιαστεί από κάπου να μην πέσει.
Αυτό είδε και ο εχθρός και λύσσαξαν τα κοράκια,
πετάχτηκαν όρθια, μαστίγωναν το πρόσωπό της με τη βοήθεια του ανέμου.
Και ούρλιαζε ο αέρας στα αφτιά της.. λυσσομανούσε η θάλασσα μπροστά της…
όλα είχαν αναστατωθεί και οι πέντε αισθήσεις της ακόμα..
μα κάτι την κρατούσε σε καταστολή.. κάτι της είχε υποδείξει που να φτάσει..
Σηκώθηκε, δεν υπήρχε κάτι που να μπορούσε τώρα να την σταματήσει,
στα μάτια της μια περίεργη μελαγχολία την προστάτευε από οτιδήποτε έξω από το σώμα της..
Τέταρτο βήμα και ένα ακόμα και έφτασε..
πιάστηκε από το λευκό παγωμένο μέταλλο που κείτονταν μπηγμένο στο έδαφος
να κρατάει σταθερό το φάρο..
Έκανε το γύρο του, ναι ήταν εκεί στο τελευταίο σημείου του λιμανιού,
εκεί που ξεπροβάδιζε η πόλη τα πλοία, εκεί που αποχαιρετούσαν οι σκέψεις τους δικούς τους...
Ήταν και κείνη εκεί, φιγούρα χλωμή, παραδομένη στην οργή..
κάπου μακριά λάμψεις φώτιζαν τον ουρανό, αστραπές..
προϋπαντούσαν τον ερχομό τους.. Σημάδι ότι όλη αυτή η ταραχή δεν είχε τελειωμό.

Σκέψεις που ξεσπούσαν στο μυαλό της σαν τα κύματα, θλίψη που έμοιαζε με τον αέρα,
την περικύκλωνε ξαφνικά και ύστερα την άφηνε παγωμένη,
και στον ορίζοντα ούτε ένα λευκό σημάδι.. ότι θα κοπάσει όλο αυτό..
Η μπόρα στην καρδιά φάνταζε μεγαλύτερη από αυτό που έβλεπε στα μάτια της μπροστά..
Τι να κάνει, δεν υπήρχε λύση.. η απόφαση πάρθηκε ,
η εταιρεία σε μια βδομάδα κλείνει.. ο λόγος αληθοφανής και συμφεροντολόγος..
«Πτώχευση κύριοι, αδυναμία καταβολής των χρωστούμενων» το εργοστάσιο κλείνει και 145 οικογένειες ξαφνικά θα βγουν στον δρόμο.. μαζί και η δικιά της..
Τι θα έκαναν..
πως θα ζούσαν..
και ήταν και κείνα τα χρέη..
κείνο το δάνειο που πήρε ο πατέρας της για να χτίσουν το σπιτάκι τους..
Το μικρότερο από τα αδέρφια έπρεπε να σπουδάσει,
να ντύνεται και να τρέφεται κανονικά, όπως τα περισσότερα παιδάκια του κόσμου.
Υπήρχαν έξοδα, φως , νερό , τηλέφωνο, δάνειο, σχολείο, τρόφιμα..
πως θα έβγαιναν όλα αυτά..
Και ήταν και κείνος ο καημένος ο γέρος της που πενηντάρισε τώρα πια..
που θα έβρισκε πάλι δουλειά στην ηλικία του, να μαζέψει τα ένσημα του,
να πάρει επιτέλους τη σύνταξη του, και ήταν και κείνη η καημένη η μανούλα της που γέρασε να πλένει και να καθαρίζει ξένα σπίτια, να κάνει οικονομίες και να μαζεύει
δραχμούλα δραχμούλα τα προς το ζην για την οικογένεια..
ήταν και κείνη η φουστίτσα που ήθελε να πάρει,
να έχει να φορέσει τα Χριστούγεννα στην εκκλησία και κείνη η ζακετούλα για το παιδί ,
δώρο με το αγαπημένο του βιβλίο, πάνε και αυτά ..
θα έπρεπε να παραμείνουν στο πίσω μέρος του μυαλού..
Τώρα προτεραιότητα είχαν άλλα.. πιο σοβαρά.. Κάποιος έπρεπε να στηρίξει το σπίτι,
να βοηθήσει τον πατέρα, να σιγοντάρει στα έξοδα.. να σταθεί κοντά τους..
Μεγάλη ήτανε , μπορούσε να τα καταφέρει.. σε εκείνη έπρεπε να στηριχτούν… ένας μισθός ακόμα που στύλωνε τους ανθρώπους στην δύσκολη ώρα. Ένας μισθός ακόμα… ίσως ο μόνος μισθός του σπιτιού από την επόμενη βδομάδα..

Σαράκι στην ψυχή , όσα είπε ο μάντης "δύσκολο το ταξίδι..." , δεν πρόδωσε ούτε μία ελπίδα το βλέμμα του αλλά ούτε και ο καιρός,
ούτε και οι ειδήσεις που έτρεχαν και αυτές με ταχύτητα αστραπής..

Άρχισαν να ακούγονται και τα μπουμπουνητά σιγά σιγά… Φώναζε ο Θεός εξοργισμένος…
τόση αδικία.. τόσο αναπάντεχο κακό.. Πως θα τα καταφέρνανε τόσοι άνθρωποι χωρίς δουλειά,
πως θα τα βγάζανε πέρα και οι δικοί της. Έπρεπε να γυρίσει..
άρχισε να σκοτεινιάζει ξαφνικά.. η μπόρα ήταν σε απόσταση αναπνοής..
δάκρυα θεού από το ξέσπασμά του θα έπεφταν στην πόλη, στο λιμάνι, στη θάλασσα θα έσβηναν στα κύματα…
να έσβηναν μαζί τους και οι σκέψεις της…

Έπρεπε να γυρίσει, θα την έψαχναν.. Γύρισε και κοίταξε πίσω της..
τα βράχια περίμεναν.. ένα ένα να τα περάσει, να κάνει τον δικό της αγώνα και πάλι από την αρχή..
μα αυτή τη φορά ανάποδα..
να φτάσει εκεί που ξεκίνησε.. στο Γολγοθά που την περίμενε..

Το πρώτο βήμα έγινε, τώρα και το δεύτερο.. ήταν και κείνο το σαξόφωνο που ήθελε να πάρει
για την ίδια.. τόσο καιρό περίμενε πως και πώς να αρχίσει τα μαθήματα…
και κείνο το αμαξάκι που θα έπαιρνε με δόσεις..
κουράστηκε να περιμένεις τις συγκοινωνίες..

Έπρεπε να πάρει μία απόφαση… Θα άφηνε την καρδιά να φύγει στο πέλαγος και δεν θα την γύρευε πια. Μόνη θα έστεκε , ανάμεσα στους τοίχους ,να την σιωπή και την αλμύρα!

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Τσάι με μέλι σε μια γλυκιά ρότα...


Έχω ένα γλάρο ταξιδιάρικο στο πρεβάζι του παραθύρου μου και δυο σύννεφα φθινοπωρινοί αποστάτες να σιγοντάρουν στα ταξίδια του.
Δευτέρα σήμερα και καλή μου εβδομάδα..
Έχω ένα βασιλικό και δυο γεράνια έρμαιο στον αέρα.. πολύ πιο ψηλά από τις ρίζες τους..
έξι ορόφους πάνω… Άραγε θα αντέξουν στον χειμώνα που θα ‘ρθει…
Έχω μια καρδιά ανήσυχη και ένα πουλόβερ χοντρό να μου ζεσταίνει το κορμί , τα χέρια μου, γιατί πάντα σε ξένα χωράφια μπλέκω.. Ανήσυχο πνεύμα η ψυχή, πάντα να ταξιδεύει,
πάντα να αποζητά το άλλο το διαφορετικό.
Τι κατάφερε;
Έμπλεξε και ανήσυχη παρέμεινε.. ξεκρέμαστη..
φύλλο ελιάς, καραβάκι στα ρυάκια του καιρού.
Έχω μία ζωή ακανόνιστη και μια τεράστια καρδιά
που μέσα της χώρεσαν και θα χωρέσουν χιλιάδες ανθρώποι..
Που πέρασαν , που είπαν ένα γεια και χάθηκαν, που έκαναν κακό, που έμειναν,
που γέμισαν την γωνιά τους με αγάπη και στοργή, που θα ‘ρθουν , που θα φύγουν,
που θα μείνουν μόνιμα κοντά μου.
Έχω δύο χέρια που κάθε βράδυ κάνουν το Σταυρό τους, ευχαριστούν για όσα πήρανε ,
για όσα θα έρθουν..
Κάθε ξημέρωμα με κάτι καταπιάνονται και έτσι συνεχίζει η ζωή την πορεία της..
Ρυάκι.. στάλα που κύλησε και αφήνει τη θέση της για την επόμενη.. σιγά σιγά παίρνουν σχήμα , κυλάνε στη σχισμή και κάπου θα καταλήξουν!

Και όπως αχνίζει η κούπα με το τσάι, άγριο.. μαζεμένο από μέρη χωρίς ντουβάρια και γκρι δρόμους.. δύο κουταλιές μέλι να γλυκάνει..
και ο λαιμός μα και η μέρα μου..
συντροφιά στο παρατεταμένο οχτάωρο άλλοτε εννιάωρο
άλλοτε λιγότερο…


Νοσταλγώ όλα όσα περάσανε..
Μεγάλωσα και δέχτηκα να ωριμάσω .. λίγο πολύ άργησα..
λίγο πολύ κάπου καθυστέρησα όμως έφτασα και είμαι εδώ ..
εκεί που με άφησα… εκεί που με βρήκα.. εκεί που έπρεπε να είμαι.


Λυπάμαι για λάθη που έκανα πιο παλιά και δέχτηκα να εμφανιστώ σε ανθρώπους που πλήγωσα για να τους πω ένα καλημέρα,
χαίρομαι που είσαι καλά,
να προσέχεις..
Και το έκανα .. θέλει μεγάλη ψυχική θέληση να εμφανιστείς αντιμέτωπος με τα λάθη σου.. χωρίς να γνωρίζεις τι αντίδραση θα ακολουθήσει..
είμαι εδώ…
σκεπτόμενη μελαγχολικά όσα άφησα και πρέπει να αφήσω να κυλήσουν
μέσα από τα δάχτυλα μου σαν τους κόκκους της άμμου.

Είχα πει κάποτε..

Μοναξιά είναι το σήμερα...
Το γύρισμα της κλεψύδρας που άρχισε να μετράει αντίστροφα.. αδειάζοντας από μέσα μου κάθε τι δικό σου...
Μοναξιά είναι ...
ότι συνειδητοποίησα ότι έχω καιρό να σε νοσταλγήσω... να σε γυρέψω...
να αισθανθώ στα χέρια μου το χάδι από τα μαλλιά σου..
Μοναξιά είναι
ότι με φοβίζει που σε ελευθέρωσα από την ψυχή μου, και ότι θέλησες και εσύ να φύγεις..

Και έτσι είναι. ‘Ότι κι αν κάνω , ότι κι αν συμβεί στη ζωή μου πάντα θα σε νοσταλγώ άνεμε! Πάντα φαντάζεις αγέρωχος στα μάτια μου, κι έτσι να μείνεις ποτέ να μη λυγίσεις. Όλα καλά στρωτά να σου πάνε, η ρότα σου να είναι γλυκιά.

Σουρούπωσε..

Πάνε μέρες που έχω να σε δω και άλλες τόσες και περισσότερες να ταξιδέψω κοντά σου
και είναι εξίσου τρομερό που δεν αφήνεις ούτε ένα ίχνος στην ψυχή μου πια..
Τελείωσε.. σκόνη και άμμος τα όνειρα μας που φύσηξε ο Βοριάς τα σκόρπισε ,
τα άφησε να χαθούν.
Και το τοπίο έμεινε καινούργιο,
οφθαλμαπάτη σε μια ζωή που μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ.

Και συνεχίζω βουτάω την πένα της ψυχής μου στο μέλι και στο γλυκό κρασί
και γράφω μεθυσμένα όνειρα,
και γλυκά αισθήματα ,
γράφω για ταξίδια δίπλα στη θάλασσα
για πρόσωπα γεμάτα χαμόγελα
για μια λήθη μεθυσμένη
που σε άφησε να φύγεις και πρέπει να χαίρεται γι αυτό.
Η ζωή συνεχίζει το δικό της δρόμο, κάθε μαράζι καυτό,
με μέλι και με τον καιρό γλυκαίνει και κρυώνει.
Και κάποτε ξεχνιέται .. μένει μόνο η αίσθηση της τότε γεύσης να αναπολείς..

Στις αλλαγές του καιρού, καθώς σφίγγεις το παλτό πάνω σου κοιτώντας
το θολό τζάμι από το κρύο, γυρνάς συνειδητά στον υπάλληλο της καφετέριας και ζητάς
«τσάι του βουνού μήπως έχετε;»
χαμογελάς παίρνοντας μία απάντηση που δεν σε ικανοποιεί..
δεν είναι αυτή που θα ήθελες να ακούσεις..
Δεν υπάρχει πια ανάμεσα σου αυτό που θα ήθελες..
γίνεται σιγά σιγά όλο και πιο δυσεύρετο..
θα συνηθίσεις…
θα πάψεις να ζητάς…
κάποια στιγμή θα ξεχάσεις να αναπολείς το τσάι του βουνού
και τον άνεμό σου..
Και η ζωή θα συνεχίσει την γλυκιά μεθυσμένη της ρότα
!

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Ημερολόγιο...

Πέμπτη 2008

Μία καρποσταλ από τη Ρώμη… piazza di Spagna..



Ένα κοχύλι ξεχασμένο από το παλιό το σπίτι.. έρμαιο στον καιρό , στην βροχή και στον ήλιο.. κάπου εκεί στην άκρη του τοίχου.. όμως ακόμα μέσα του ακούς τον ήχο της θάλασσας.. νοστάλγησα.. τα παλιά… εμένα … εσένα..

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Η ζωή συνεχίζει το δικό της δρόμο .. 1. 2


………………..

Μα κάτι και σήμερα δραπέτευσε πάλι από την ψυχή της..
πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα της καρδιάς..
από μια τόσο δα χαραμάδα βρήκε το δρόμο και ξέφυγε..
και βάλθηκε να σεργιανίζει στο κεφάλι της σαν ενοχλητικό κουνούπι όπου λίγο πριν
σε τσιμπήσει ακούς μόνο τον ήχο από το πέταγμα του..


Τι να ήταν πάλι αυτό που την ταλαιπωρούσε στο μυαλό
και της δημιουργούσε πονοκέφαλο Δευτεριάτικα??
Φφφφφφφφφφφ και φφφφφφφφφφ όλη την ώρα η Ζένια ξεστόμιζε ήχους και αέρα
μαζί μπας και με την ορμή της το έδιωχνε και αυτό πέρα μακριά..
άλλη μία ανάσα και θα έφευγε, άλλη μία προσπάθεια για εκπνοή,
αέρα να αποβάλει .. να φυσήξει στις σκέψεις της, να δει πιο καθαρά, να σκεφτεί..
Κι όλο το ρολόι κοιτούσε, φίλος αργοπορημένος η ώρα
δεν έλεγε να περάσει να την ελευθερώσει από τα δεσμά του γραφείου.
Και έγραφε και ταξινομούσε τα χαρτιά της μα δεν μπορούσε να ταξινομήσει την σκέψη της
με τίποτα.. Η μέρα σήμερα είχε ξεκινήσει άβολα, σε θερμοκρασίες να κυμαίνονται έντονα ανάμεσα στην ζέστη και στην άπνοια σε ρυθμούς νωχελικούς μπλεγμένους με πολύ οχλαγωγία … χωρίς να φυσάει καθόλου.. την έκαναν να φαίνεται αφόρητη.

Συνειδητοποίησε ότι όλα της φταίγανε ξαφνικά..

το παράθυρο που έπρεπε να είναι κλειστό για να αποφύγει την ζέστη έμοιαζε με γυάλινη φυλακή που την κρατούσε περιορισμένη, το air-condition που από την μία της πάγωνε την πλάτη αλλά και από την άλλη όποτε το έκλεινε της θύμιζε έντονα
το πόσο ασφυκτικά ήταν τα πράγματα στο γραφείο.
Το ταλαιπωρημένο ραδιοφωνάκι που είχε ρυθμιστεί να εκπέμπει σε συγκεκριμένο σταθμό ,
ακόμα και τα τραγούδια που ακούγονταν από μέσα του
εκνευριστικά ήταν κι αυτά. Και τα χαρτιά, τι όγκος εγγράφων ήταν αυτός σήμερα
που μπήκε στο γραφείο, να δεις που όλα βαλθήκανε σήμερα να με θυμώσουν
σκέφτηκε και ακούμπησε γρήγορα στην πλάτη της καρέκλας.


Άφησε απότομα κάτω το στυλό και αφού τοποθέτησε και το καπάκι του,
γύρισε δεξιά προς τον υπολογιστή της..
Η ώρα είχε πάει 12 το μεσημέρι,
με τις αντίστοιχες κινήσεις πάνω στο πληκτρολόγιο
έθεσε τον υπολογιστή σε τερματισμό. Έπρεπε να σηκωθεί και να φύγει επειγόντως..
με τέτοια νεύρα που της δημιουργήθηκαν ξαφνικά ,
ούτε δουλειά θα μπορούσε να βγάλει κανονικά
αλλά ούτε θα έκανε καλό στον εαυτό της να συνέχιζε να παραμένει μέσα εκεί.


Ήδη ένιωθε πολύ καλύτερα μετά την απόφαση που τόλμησε να πάρει
και ένα μικρό νεογέννητο χαμόγελο της φάνηκε ότι χάραξαν τα χείλη της.
Τράβηξε απαλά το κοκαλάκι που στερέωνε τα μαλλιά της, και ατημέλητες
ξανθιές μπούκλες και ακτίνες ξεχύθηκαν στους ώμους της.
Έβαλε τα γυαλιά ηλίου, πήρε τσάντα και κλειδιά και ήταν έτοιμη να φύγει.
Μόλις ένα βήμα πριν την πόρτα γύρισε και κοίταξε πάλι το παράθυρο, αυτή τη φορά με ειρωνεία γεμάτη και σαρκασμό,
σαν να του έλεγε με τα μάτια, κοίτα με πάλι κατάφερα να δραπετεύσω ..
Είχε κάνει για ένα ακόμα λεπτό στο χρόνο και κείνη την επανάσταση της στιγμής.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Σκέψη γλυκιά...

Μυστικό μέσα στην αυγή καλά κρυμμένο

ξανοίγει φτερά

και πιάνει ακρογιαλιές γλυκά πρωινά

και ταξιδεύει για πελάγη.

Ξημέρωνε μια ηλιόλουστη μέρα… αυγουστιάτικη, καλοκαιρινή και δροσερή. Ο ήλιος είχε από πολύ νωρίς φορέσει το κατάχρυσο κουστούμι του και φάνταζε περήφανος στα μάτια των ανθρώπων.. Είχε πάρει τη θέση του εκεί ψηλά στου ουρανού τη μέση, κριτής σε όσα συνέβαιναν και χάριζε τις ακτίνες του σε όλη την υφήλιο.

Ο ουρανός με τη σειρά του πιο γαλάζιος από ποτέ, είχε φορέσει εκείνο το γαλάζιο γαμπριάτικο κουστούμι και έδειχνε πρίγκιπας σωστός στης θάλασσας τα μάτια.. Αλλά και κείνη σωστό ερωτευμένο θηλυκό έλαμπε με ένα χαμόγελο που πρόδιδε και τις πιο ανείπωτες σκέψεις της. Η αύρα της φόραγε πολύχρωμα πέπλα που καθρέφτιζαν τις ακτίνες του ηλίου, μέσα από τα νερά της τις διαθλούσε και τις εμφάνιζε σε όλο το φάσμα των χρωμάτων. Και ένα αεράκι ήχος μελωδικός νανούριζε τους πάντες, γλύκαινε τους λογισμούς..

Εκεί λοιπόν στο τελευταίο συννεφάκι δεξιά λίγο πιο πέρα από τον ήλιο, είχαν κάτσει δύο αγγελάκια.. Το αεράκι κουνούσε ρυθμικά το συννεφάκι τους κι εκείνο με τη σειρά του κανάκευε σαν μεγάλη αγκαλιά τα μωρά.. Τα ματάκια τους ταξίδευαν σε όλα αυτά τα χρώματα και τις εικόνες χωρίς να γνωρίζουν τι ήταν όλα αυτά που έβλεπαν από ψηλά.

Ο Θεός που εκείνη την ώρα με την τεράστια παλέτα του σκόρπιζε χρώματα στη γη ,έκανε τα ματάκια τους να λάμπουν όλο και πιο πολύ! Εκστασιασμένα από το κάλλος που απλωνόταν μπροστά τους γούρλωναν τα ματάκια τους βγάζοντας γλυκούς ήχους από εκείνα τα μικρά χειλάκια… Τα άκουγε ο Θεός και χαμογελούσε! Εκείνος καθόταν στον τεράστιο θρόνο του και απολάμβανε τις ομορφιές του κόσμου, φροντίζοντας εξίσου να είναι όλα εν τάξη. Εκεί λοιπόν πάνω στην ώρα που παρατηρούσε ένα σμήνος ταξιδιάρικα πουλιά, σκέφτηκε να πραγματοποιήσει μια μικρή σκέψη των μικρών αγγέλων. Σαν πατέρας όλου του κόσμου και σοφός όπως ήταν.. αποφάσισε ότι δεν θα ήταν άσχημο για μια μέρα να τα αφήσει να γευτούν όλα όσα η ψυχούλα τους νοσταλγούσε.

Έτσι σήκωσε το δεξί του χέρι και κούνησε αργά το δάχτυλο του προς την μεριά των αγγέλων και όλα μαγικά άλλαξαν..

Στην ματιά τους έδωσε φτερά και ώθηση για να μπορέσουν να ταξιδέψουν μέχρι εκεί κάτω. Τα άφησε να σαλπάρουν με το αεράκι πάνω από τα κυματάκια και να νοιώσουν την αλμύρα, την δροσιά της θάλασσας. Ύστερα να ξαποστάσουν στην χρυσή άμμο και να στεγνώσουν τα φτεράκια τους νωχελικά.

Μπορούσαν να νοιώσουν το χάδι του ήλιου και με μισόκλειστα ματάκια από το φως, με χεράκια που να καλύβουν το βλέμμα έψαχναν την άκρη του ορίζοντα για μια αγκαλιά..

Ο Θεός τα παρατηρούσε προσεκτικά και τα πρόσεχε από εκεί πάνω. Έτσι τοσοδούλια που ήτανε μπορούσαν να χαθούν και να χτυπήσουν.

Σκέφτηκε ακόμα να τα περάσει από έναν κήπο γεμάτο φραουλιές.. να τα αφήσει να λερωθούν με χώμα και νερό όπως θα έπαιζαν σαν κανονικά παιδιά και να γεμίσουν τις τσέπες τους με φράουλες για το γυρισμό. Γλυκειές λιχουδιές, απομεινάρια μιας ανέμελης ζωής. Τα βοήθησε να ταξιδέψουν με τη μυρωδιά σπιτικού φαγητού και πίτας από ανοιχτό παράθυρο και αυτά ξελογιασμένα όπως ήταν μπλέχτηκαν στην ποδιά της μητέρας που σκουπίζει τα χέρια της μετά το τελείωμα του νοικοκυριού…

Ξεχύθηκαν μέσα σε δάση και σε πόλεις και αργά το βράδυ έφτασε η ώρα να γυρίσουν κουρασμένα πάλι πίσω..

Η ματιά του Θεού τα έφερε πάλι στη άκρη της θάλασσας να τα καλοδεχτεί το κύμα.. Βρεγμένα χεράκια, άμμος στα δάχτυλα, και παλάτια που χτίζονταν στην άμμο μόνο για αυτά ήταν η έκπληξη του. Η θάλασσα σαν χαλί άπλωσε τις σκέψεις τους και τις στοίβαξε σ’ ένα κοχύλι μέσα μαζί με τα μυστικά της δώρο για το γυρισμό..

Ήδη είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει για τα καλά.. ο ήλιος έφευγε για να ξεκουραστεί , έβγαινε το φεγγάρι και τα αγγελάκια δεν θέλανε να αφήσουνε την αγκαλιά της θάλασσας για να γυρίσουνε στο συννεφάκι..

Έτσι ο Θεός έριξε ένα αστέρι να τα μαγέψει. Το αστέρι έλαμψε στα ματάκια τους, σαν την ιδέα του σπιτιού.. που τα προστάτευε και ξεθεωμένα ετοιμάστηκαν να γυρίσουν πίσω για έναν ύπνο γλυκό…

Το συννεφάκι τα περίμενε στοργικά να τα κλείσει πάλι μες στην αγκαλιά του. Πλέκοντας όνειρα χρυσά τις στιγμές που ζήσανε σαν μικρά παιδιά!

Όνειρα γλυκά…


Το φεγγάρι πλέον έγειρε και είναι η ώρα του να πάει και αυτό για ύπνο.

….


Άνοιξα το τζάμι , αέρας να μπει . Ήθελα εκεί έξω να είμαι , σε αυτήν την εικόνα.

Πάντα δειλινό , ο ουρανός μπερδεμένος κ ο ίδιος , λίγο πιο σκούρος , λίγο από τα χρώματα του φωτός.

Άμμος στα δάχτυλά μου , νωπά , χώνονται πιο βαθιά να κρυφτούν , ένα να γίνουν με το σκηνικό ,

εκεί να μείνω.

Σταγόνες από βροχή φέρνουν τα λόγια του φεγγαριού που σε λίγο φέγγει.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Παιδικές αναμνήσεις..


Μία από τις μεγαλύτερες πηγές ευχαρίστησης για μένα ήταν το μικρό μου μοσχαράκι, η Μάτα. Την καβάλησα μία φορά. Δεν ήταν κάτι που συνήθιζα να κάνω, αλλά μια μέρα η μεγάλη μου αδελφή, η Χριστοδούλα, ανέβηκε στην πλάτη της για να πάει σπίτι. Αναπηδούσε πάνω κάτω, μπας και καταφέρει τη Μάτα να ξεκινήσει.
«Έλα πάμε», είπε. Αλλά η Μάτα τραβούσε πίσω το κεφάλι της και στύλωνε τις οπλές της στο χορτάρι. Τράβηξα τον τριχωτό λαιμό της για να την κάνω να τρέξει δίπλα μου, όσο περισσότερο τραβούσα τόσο πείσμωνε και εκείνη.
«Σπρώξε την από πίσω», είπε ο αδελφός μου ο Γιάννης.
Στηρίχθηκε στα καπούλια της και με τα δυο του χέρια και έσπρωξε με όση δύναμη είχε. Αλλά η Μάτα δεν κουνιόταν.
«Εσύ σπρώξε και εγώ θα τραβήξω», είπα. Τράβηξα το μοσχαράκι με όλη μου τη δύναμη, ενώ ο Γιάννης έσπρωχνε από τα καπούλια με την πλάτη του, πιέζοντας με τα πόδια του χωμένα στο χορτάρι. Αλλά η Μάτα και πάλι δεν κουνιόταν.
«Ανέβα μαζί μου, Θυμία», είπε η Χριστοδούλα. «Ίσως τότε να κουνηθεί».
Σήκωσα μία πέτρα και την έφερα κοντά στη Μάτα. Μετά ανέβηκα στην πέτρα και πήδηξα πάνω στα καπούλια της, πέφτοντας με την κοιλιά και προσπαθώντας να κρατηθώ από την αδελφή μου. Άρχισα και εγώ να αναπηδάω πάνω κάτω.
«Πάμε», είπα κλοτσώντας και πηδώντας συγχρονισμένα με τη Χριστοδούλα. «Πάμε , κατεργαρούλα».
Αλλά η Μάτα μόνο «μουουου…» έκανε.
«Πάω να φέρω ένα κλαδί. Αυτό θα την κάνει να κουνηθεί», είπε η Χριστοδούλα.
Ξεκαβαλίκεψε το μοσχαράκι περνώντας το πόδι της πάνω από το κεφάλι μου και γλιστρώντας από την πλάτη του. Μόλις που είχε προλάβει να κατέβει και η Μάτα αποφάσισε να τρέξει. Έκπληκτη και καταχαρούμενη, πιάστηκα από τη γούνα της, καθώς τα πόδια μου χτυπούσαν πέρα δώθε.
«Περιμένετε!» φώναξε η Χριστοδούλα που είχε μείνει πίσω και έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Περιμένετε και μένα», κλαψούρισε.
Αλλά η Μάτα έτρεχε και εγώ γελούσα σ’ όλο το δρόμο κάτω στην πλαγιά και πάνω πάλι μέχρι το σπίτι μας. Την είχα αγκαλιάσει από το λαιμό για να μην πέσω και της έδινα πεταχτά φιλιά κάθε φορά που το κεφάλι μου ακουμπούσε στη γούνα της.

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

Elf wood..


Άρματα βαριά πάνω σε μια πλάτη πληγωμένη, κυρτή .. κατέβηκε από το άλογο με δυσκολία, αναθάρρεψε όση ακόμα δύναμη έκρυβε η ψυχή της και στάθηκε στα πόδια της.. παραπατούσε αλλά ήταν όρθια τουλάχιστον. Ρούχα σκισμένα, μαλλιά μπερδεμένα.. αίματα στα χέρια στο πρόσωπο.. αίματα παντού.. Ανάσες γρήγορες, μετά βίας ξεπροβάλανε από το στήθος.. Χείλη ανοιχτά, σαν να ζητούσε να αναπνεύσει απεγνωσμένα.. σαν λέξεις να θέλανε να βγουν και κάπου εκεί χαθήκαν.. Στις μπούκλες της εγκλωβισμένα δυο τρία φύλλα και κλαδιά που ο άνεμος τα παγίδεψε στον ιστό τους, στην ορμή της… σκεπάζανε το πρόσωπο και την παγιδευμένη γάζα.. Σήκωσε τα χέρια της και καθάρισε το πρόσωπο της, απομάκρυνε τα μαλλιά, όχι ότι ήταν πια απαραίτητο αλλά για να αντιμετωπίσει το μέγεθος της ζημιάς.. Ο πόνος στα μάτια συνεχιζόταν , το αίμα έτρεχε σιγά.. το κομμάτι από το φόρεμα δεμένο σφιχτά στο πρόσωπο βοήθησε όσο μπορούσε και αυτό αλλά πάει κουράστηκε τώρα… Η μνήμη της την πλάνεψε.. νόμιζε σαν κάτι να άκουσε.. σαν κάποιος να της μιλούσε.. μα ο άνεμος μάλλον θα ‘ταν.. Γύρισε και έψαξε να βρει τον οίστρο του ανέμου.. είχε ακόμα την φυγή στα χέρια της δεμένη.. μα που να πάει πια .. προορισμό δεν βλέπει να χαράξει.. Πήρε το σπαθί και προχώρησε.. κατεύθυνση δεν είχε.. στα δέντρα κάπου να ξαποστάσει, ήχος νερού και φύσημα ανέμου ανάμεσα στα κλαδιά την καλούσε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.. Το βήμα της αργό, διστακτικό κουρασμένο.. προχώρησε κάποια μέτρα πιο πέρα μα κάποια στιγμή την άφησε και κείνο .. και λύθηκαν οι δυνάμεις της, τα γόνατα της δεν βάσταξαν και βρέθηκε πεσμένη. Οι δυνάμεις της, την εγκατέλειπαν το ήξερε, το ένοιωθε.. το αίμα έτρεχε ζεστό μα το πρόσωπο της ήταν κρύο, έτρεμε..

Λίγο νερό.. διψούσε… απόγνωση.. τα χέρια με όση δύναμη απέμεινε μέσα τους, όσο ακόμα μπορούσαν να αντέξουν ..ανάμεσα στα δευτερόλεπτα του τίποτα και του όλου.. ανάμεσα στις τελευταίες αντιστάσεις της καρδιάς να συνεχίσει να χτυπάει έψαχναν γύρω τους να βρουν λίγο νερό.. νερό για την ψυχή, νερό για το σώμα.. νερό.. η τελευταία ελπίδα..

Το αναγκαίο συστατικό για την ζωή.. και εκεί λίγο πριν το πάντρεμα του αληθινού με την παραίσθηση.. εκεί που σμίγει η ψυχή του ανθρώπου με τα Θεία , εκεί που αιωρείσαι σαν χνούδι στον άνεμο.. σαν πούπουλο που θα ταξιδέψει μακριά.. την άκουσε… ήρθε για κείνην..


Ξόρκια και άλλα γιατρικά για μια ψυχή χαμένη, έψαχνα μάταια να βρω στις πόλεις και στους ανθρώπους..

Και γύρισα και έφυγα,

μακριά εκεί που κανείς πια δεν ψάχνει..

σε μύθους και σε πνεύματα.. σε μέλη του αέρα



Μάγισσα των αναστεναγμών ταξίδεψε με..

ξόρκια μαγικά ψιθύρισε κοντά μου και πλάνεψε μου το μυαλό.

Μέρες τώρα το φορτίο μου είναι βαρύ, δειλιάζω να το αφήσω.

Έκπτωτός άγγελός η καρδιά που πάλι λάθος δρόμο πήρε..


και πέφτει..

πέφτει ..

μαζεύει πάνω στα φτερά, της απόγνωσης την χάρη..

πέφτει και δεν συνέρχεται .. ακούραστα αφήνεται στην ορμή ..

πέφτει.. μα το τέλος δεν μπορώ να δω, μάτια καρδιάς δεν έχω..

δεν θέλω άλλο να σκεφτώ παρά μνήμες παλιές να σβήσω..

ομίχλη να πέσει στα μάτια μου μπροστά ..

να μην μπορώ πια να σε ζητήσω..

Μάγισσα των αναστεναγμών πάρε και τον δικό μου..

βαριά στη σκέψη κάθεται και μου πληγώνει την καρδιά ..

και δεν μπορώ πια να πετάξω όπως παλιά..

Στη λίμνη ακούμπησα κοντά και χάθηκα, μέσα στα πράσινα νερά.

Σε όνειρα πλανήθηκα που δεν θα βγουν ποτέ αληθινά..

Τα μαλλιά μου λύθηκαν σιγά .. τα χέρια χαλάρωσαν νερό ζητάνε για να βρουν ..

το αίμα να ξεπλύνουν,

μα τα άρματα μου τα βαριά δεν λένε να με αφήσουν..

Είναι και κείνη η σκηνή που θέλει να κατέχω του πόνου τις αναστροφές σαν άντρας να αντέχω. .

Μάγισσα των αναστεναγμών και συ κυρά της λίμνης τι άλλο θέλετε πια να σας πω..

δεν θέλω άλλο να πονάω..

πνίξτε μου ετούτο το λυγμό.. πνίξτε και την καρδιά μου..

με τα ίδια μου τα χέρια έδιωξα την χαρά μου..

Κύκνοι λευκοί μην έρθουνε ,γιατί θα τους λερώσω..

αίμα τρέχουν τα μάτια μου..

αίμα που θα πληρώσω..

Δεν βλέπω , μόνο αισθάνομαι την τόση μου την λύπη,

τον αέρα τον μοναχικό που άρχισε να θεριεύει..

Άραγε τα νερά σου πλανήθηκαν .. κινούνται πιο γοργά..

πάρε με κοντά σου

πάρε με μακριά.


Λυποθύμισε..



(συνεχίζεται..)

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

σημάδι του καφέ


Ήρθε και κάθισε σε ένα τόσο δα κομματάκι στην καρδιά .. μια μικρή κουκίδα.. στάμπα από φλιτζάνι του καφέ που έχει πια στερέψει ..γύρισε ανάποδα και ξεχύθηκε .. να δώσει το σημάδι της να μαυρίσει τα σημεία που θέλει, να βγάλει δικά της συμπεράσματα.. μαύρη σοκολάτα που πίκρανε τα χείλη μου και χάλασε την διάθεση.... αναστεναγμός που πληγώνει την ανάσα μου .. την κόβει στα δυο..
Και η αφέντρα του καφέ διαβάζει τα σημάδια του.. γυρίζει το φλιτζάνι και ανακατεύει τα καφέ σχήματα.. λερώνει την ψυχή μου με άσχημες αναμνήσεις.. Μπήγει την αγωνία πιο βαθιά μες στην καρδιά.. Λάθη που έγιναν και δεν αλλάζουν.. καταστάσεις μετέωρες.. ανύπαρκτη η ελπίδα.. την λέρωσα με τον καφέ.. και η αμφιβολία ήρθε
Τύχη για το μέλλον .. βάση των παρόντων να πονέσει και να τσιγκλήσει τους χτύπους της καρδιάς να τρέξουν.. για άλλη μια φορά σε ένα γύρο τρελό.. τι θα γίνει.. τι θα δείξουν τα μελλούμενα.. αγωνία από καταστάσεις που παρήλθαν και δεν αλλάζουν.. αχ και να έβλεπε λιγάκι και την δική μου την καρδιά και το δικό μου το φλιτζάνι.. αχ και να μπορούσα να αναθαρρέψω μέσα σου μια σκέψη.. ένα μου «λειπεις»
Η αφέντρα πληρώθηκε .. τριάκοντα αργύρια για να αλλάξουμε το μέλλον μα εκείνο δεν αλλάζεται ..
Θα τα καταφέρω.. σκουπίζω την ελπίδα με ύφασμα λευκό , σημάδια του καφέ να φύγουν.. Θα τα καταφέρω…

Επιστροφή..

«... Ήθελε κάτι να κάνει, αλλά δεν ήξερε τι, τι σχήμα να δώσει στο μέλλον της..
Πως θα μπορούσε μια γυναίκα να διεκδικήσει ένα κομμάτι του χρόνου και να το κάνει να λάμψει. Πως ανθίζει ένα λουλούδι όταν είναι θαμμένο στο νερό...
Ήθελε να είναι κάτι με περίγραμμα και, αν και δεν ήταν σίγουρη για το τι εννοούσε μ' αυτό, ήθελε να αποκτήσει κάποιο σεβασμό, αξιοπρέπεια,
κάποια ισορροπία και δύναμη δική της.

Να βρει τον εαυτό της. Το πάθος ήταν μυστικό και αφανέρωτο...»










P. s. @ Hara... se eyxaristw


Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Εύα.. (επίλογος..)



Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου


Κι έτρεμε τρεις φορές το μοβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες

*

*



Σε μια λεκάνη με νερό ριγμένα δεκάδες τριαντάφυλλα, γεράνια, καμπανούλες, γιασεμιά. Όλα πάρθηκαν στην αγκαλιά της Ζένιας κι από κει καταλήξανε μέσα στην κόκκινη λεκάνη να επιπλέουνε!

Στην άνοιξη θυσία υδάτινη έκανε η μικρή Ζένια και κάθε τόσο έβαζε το χεράκι της και τα ανακάτευε.. Κυματάκια έφτιαχνε και έκανε τα λουλούδια βαρκούλες παίρνοντας τη σκέψη της μακριά.

Δεν μιλούσε δεν παραπονιόταν, μόνο ήτανε μουτρωμένη. Ήταν σίγουρο πλέον πως η Ελένη την είχε βάλει τιμωρία την μικρή γι’ αυτό δεν μιλούσε, και δεν είχε πάει σχολείο αλλά και ούτε είχε έρθει το προηγούμενο απόγευμα να παίξει με την Εύα.

Και η Εύα σαν μεγάλη κυρία πια, κατάλαβε γρήγορα ότι η φίλη της είχε κάποιο πρόβλημα και ήταν στεναχωρημένη, βάλθηκε να την κάνει να παίξουνε μαζί.. Έκοψε όλα τα λουλούδια της γιαγιάς της Ζένιας και τα άπλωσε δίπλα στη λεκάνη κάνοντας όνειρα μαζί τους που τα μοιραζόταν με την φίλη της. Ποιο από όλα θα κάνανε άρωμα, ποιο θα το πουλούσανε και ποιο θα κρατούσανε για κείνες..

*

*
Η ώρα δέκα ακριβώς και το προσωπάκι της Ζένιας έχει φωτίσει , έχει ξεχάσει την τιμωρία και τα παράπονα και παίζει αφηρημένη με την Εύα. Η Εύα είναι ευχαριστημένη που ξαναβρήκε την φίλη της , κατευθύνει τους κανόνες του παιχνιδιού εκείνη διαλέγει τα λουλούδια και η Ζένια με το χεράκι της τα ανακατεύει , ταξιδεύει μαζί τους.



Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές

Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος

Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

*

*



Η Ειρήνη έχοντας δει και ακούσει αρκετά, ξεχνά για ποιο λόγο έχει φτάσει εκεί και κάθεται και τις χαζεύει τις μικρές. Πως πέρασε ο καιρός και πως ήταν παλιά τα πράγματα και πως είναι τώρα.

Κάποτε σε κάποια λεκάνη με νερό έπαιζε εκείνη με την φίλη της την Ελένη! Τελικά τα όνειρα των παιδιών ανεμώνες γεννιούνται στον άνεμο .. Με ένα φύσημα ταξιδεύουν και σε παίρνουν μαζί τους.. Τα όνειρα των παιδιών είναι τα πιο δυνατά από όλα!

Χτίζουν αποστάσεις στο λεπτό, ειλικρινά συναισθήματα που γεμίζουν άδειες καρδιές και σβήνουνε μίση. Θυμήθηκε την μπάλα σε σχήμα πασχαλίτσας που είχε η Ελένη και που η ίδια την εκβίαζε όποτε η Ελένη φοβόταν να την ακολουθήσει στα όνειρα, και χαμογέλασε!!

Ένιωσε ένα χέρι να την αγκαλιάζει στους ώμους , γύρισε ξαφνικά και ήταν εκεί η Ελένη, πιο μεγάλη κατά πολύ από την ανάμνηση της αλλά με το ίδιο χαμόγελο!!


«Έλα» ,της είπε, «πάμε μέσα έχω ψήσει καφέ!!!»



Πάντα μαζί

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Εύα... (μέρος δεύτερο )


Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει

Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει

Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ

Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ

Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
*
*


Άνοιξε διακριτικά την γκρι σιδερένια πόρτα, με τρόπο έτσι ώστε να μην ακουστεί και την καταλάβουν οι μικρές.
Ήθελε να δει τι είχε σκαρφιστεί πάλι η Εύα και για ποιο λόγο πάλι απουσίαζε από το μάθημα. Ήταν θυμωμένη αλλά και περίεργη εξίσου, έπρεπε να την βάλει τιμωρία αφού πια δεν καταλάβαινε από λόγια και φοβέρες.
Πέρασε κάτω από την πασχαλιά, εισέπνευσε μπόλικο από το άρωμα της προχώρησε ευθεία δίπλα στον τοίχο της παλιάς μονοκατοικίας , πίσω από τους τρεις περιστερώνες προσπαθώντας να διακρίνει θορύβους παιδιών. Πιο μέσα ακουγόταν ο ήχος από το τρεχούμενο νερό και θροΐσματα στα φύλλα από τα περιστέρια.
Ο κυρ. Παναγιώτης θα είχε ανοίξει να καθαρίσει τις κλούβες τους και να τους βάλει καθαρό δροσερό νερό.. Στα δέντρα ακόμα φαινόταν έντονη η υγρασία, στάλες από το νερό λαμπύριζαν με τις ακτίνες του ήλιου.. Χιλιάδες μικρά πρίσματα, σκορπούσαν χρώματα δεξιά και αριστερά.
Ένας μικρός παράδεισος αυτό το σπίτι, δέντρα ψηλά, λουλούδια και περιστέρια.. χιλιάδες μικρές ψυχές να πετάνε πάνω από το κεφάλι σου, να γουργουράνε χαρακτηριστικά, να γεννούν μικρά περιστεράκια και όλα να συνομιλούν με το Θεό. Τις είδε εκεί στο βάθος καθισμένες δίπλα σε μια λεκάνη γεμάτη με νερό να μιλάνε. Ο κυρ. Παναγιώτης που είχε πάρει είδηση την είσοδο της στην αυλή , κουνούσε περιπαιχτικά το κεφάλι του, αυτόπτης μάρτυρας των όσων έλεγαν οι μικρές..
*
*

~~~~
*
*


«Θύμωσα, αλήθεια σου λέω θύμωσα και ήρθα να σε βρω.. γιατί δεν ήρθες σήμερα να πάμε μαζί σχολείο σε περίμενα στην αυλή μου για ώρα πολλή, μέχρι που με κατάλαβε η γιαγιά μου και με έστειλε για μάθημα»

«Και εγώ δεν μπορούσα να διαβάσω και να ακούω την κυρία, αφού σκεφτόμουνα εσένα και όλα αυτά που ήθελα να σου πω.. Και έφυγα από το μάθημα στο πρώτο διάλειμμα και ήρθα να σε βρω..» «Ζένια είσαι η καλύτερη μου φίλη, γιατί δεν ήρθες χθες το απόγευμα να παίξουμε , αφού τέλειωσα γρήγορα γρήγορα τα μαθήματά μου και σε περίμενα στην αυλή. Η μαμά μου, μου είπε ότι πήρε τη μαμά σου και της το είπε να σε αφήσει να έρθει να κάτσουμε σπίτι μου γιατί δεν ήρθες;;»
*
*

Η ώρα 10 παρά και η μικρή Εύα έκανε παράπονα στην φίλη της τη Ζένια, προφανώς γιατί της έλειψε η παρουσία της κοντά της. Έτσι είναι τα παιδιά διεκδικούνε κάθε τι που πιστεύουνε ότι τους ανήκει. Και η μικρή η Εύα είχε τόσα πολλά πραγματάκια να πει στην Ζένια που μπερδεύτηκαν στο μυαλουδάκι της και γίνανε κύμα μεγάλο που ξεσηκώθηκε για εξηγήσεις παιδικές. Και είχε αλήθεια τόσα να της πει, για τις τιμωρίες που την φοβέριζε η μαμά της ότι θα φάει αν δεν ξαναδιαβάσει, και αν το ξανασκάσει από την τάξη, για την κυρία στο μάθημα και για τα μαθηματικά που δεν μπορούσε να καταλάβει, για τον Κωστάκη που όλη την ώρα κοίταγε την Μαρία την συμμαθήτρια τους και δεν της έδινε πια σημασία, ούτε ζητούσε τα μολύβια της πια. Για το καλοκαίρι που έφτανε σιγά σιγά και η Εύα δεν ήθελε να αποχωριστεί την φίλη της , ήθελε να περνάνε όσο πιο πολύ χρόνο μπορούσαν μαζί..
(συνεχίζεται..)

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Εύα.. (μέρος πρώτο..)

Είχε παρατήσει όλες τις δουλειές της στη μέση. Το φαγητό μισοψημένο με τη φωτιά χαμηλωμένη, τα κρεβάτια ξέστρωτα, τα σεντόνια ατίναχτα, το σπίτι ασυγύριστο.. Ούτε ψωμί δεν είχε καταφέρει να πάει να πάρει από το φούρνο.. της ερχόταν πανικός μόνο που τα σκεφτόταν όλα αυτά και η ώρα κόντευε κιόλας δέκα.

*

*


Κι απ’ την άλλη αυτό το τηλεφώνημα την αποδιοργάνωσε. Είχε συνηθίσει πια να ακούει τα ίδια και τα ίδια μαντάτα κάθε φορά. Τι πρωτότυπο να την ειδοποιούσαν για κάτι πιο ευχάριστο, όπως η πρόοδος της μικρής στο σχολείο ή για κάποια εκδήλωση που θα λάβαινε μέρος και το «αγγελούδι» της, αλλά που τέτοια τύχη..

*

*



«Αχ αυτό το παιδί..» μονολογούσε καθώς κατευθυνόταν σε μία γνωστή διεύθυνση κατοικίας από τα παλιά. Προαισθανόταν από πριν που θα είχε πάει το αλητάκι της, η Εύα.. «Να δω τι δικαιολογία θα μου τσαμπουνήσει πάλι το παλιόπαιδο» έλεγε και ξανάλεγε.

*

*



Λίγα στενά πιο κάτω , στο τρίτο στενάκι δεξιά για την ακρίβεια πίσω από τις γυρτές κληματαριές βρέθηκε μπροστά σε μια παλιά μονοκατοικία. Σαν να ήταν ξεχασμένη από το χρόνο αυτή η γειτονιά , λες και η τεχνολογία και ο πολιτισμός είχαν ξεχάσει να ρίξουν μια ματιά και προς τα εδώ. Μπροστά της εκτεινόταν η παλιά πέτρινη μάντρα με την γέρικη πασχαλιά στα δεξιά , ανθισμένη κατάλευκη αφού προϋπαντούσε την άνοιξη, και τους τρεις περιστερώνες στημένους σε παράλληλη σειρά στα αριστερά της. Ο κυρ. Παναγιώτης που τους είχε , λάτρης θανατικός των περιστεριών.. Θυμάται ακόμα ιστορίες για αγώνες περιστεριών που τα έστελναν μέχρι και στη Θεσσαλονίκη για να δουν ποιο θα βρει το δρόμο να φτάσει πρώτο.. Και κάθε τόσο στόλιζε το σύνθετο της κυρα- Ελένης με κύπελλα και τρόπαια από τις κατακτήσεις του. Είχε να το λέει για τα περιστέρια του, και μαζί του και όλος ο κόσμος που τον Θαύμαζε.

*

*



Εκεί πέρα είχε περάσει και η Ειρήνη τα παιδικά της χρόνια.. Μα πως θα μπορούσε να το ξεχάσει, ήταν το σπίτι της γιαγιάς της καλύτερης της φίλης. Μαζί στα παιχνίδια, στα όνειρα τα εφηβικά, μαζί και μεγαλώνοντας τα παιδιά τους.. Η Ειρήνη και η Ελένη φίλες αχώριστες, αδελφικές! Μαζί τις κοπάνες μαζί στα μυστικά, μαζί τώρα και τα παιδιά τους, η Εύα και η Ζένια.. κοριτσάκια της πέμπτης δημοτικού με απροσδιόριστο χαρακτήρα ακόμα.. Η Ειρήνη όμως είχε το μεγαλύτερο πρόβλημα με την Εύα της, με τίποτα δεν μπορούσε να την τιθασεύσει. Αναρωτιόταν πάντα από ποιον είχε πάρει αυτό το παιδί, μα κάθε που γύρναγε και κοίταγε τον άντρα της ήξερε ακριβώς την σωστή απάντηση. Δεν χρειαζόταν καμιά άλλη επιβεβαίωση. Φτυστή και στα μάτια και στο χρώμα των μαλλιών, «αγγελούδι» το κοριτσάκι της. Για άλλη μία φορά κι αυτή την εβδομάδα είχε κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο η μικρή και οι δικαιολογίες διάφορες , ανάλογα με το τι απασχολούσε το αθώο κεφαλάκι του παιδιού πάντα κάτι θα συνέβαινε και δεν πήγαινε σχολείο.

(συνεχίζεται)

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Ποτήρι με κρασί

Ψυχή αιχμαλωτισμένη στη μελαγχολία .. καταρρακωμένα όνειρα και σκόρπιες πεταμένες σκέψεις από πεθαμένα φιλιά, από ξεψυχισμένες στιγμές, εγκατάλειψη..
όση ζεστασιά και να σου προσφέρει ένα αερόθερμο κρυμμένο κοντά στα πόδια σου, δεν φτάνει για να γεμίσει το μυαλό σου..
Στιγμές που είχα και στιγμές που έχασα, στιγμές που νοσταλγώ , αγκαλιές, μυρωδιές γεύσεις, ένα ποτήρι παλιό κόκκινο κρασί και εσύ εκεί απέναντι μου.. να με τυραννάς.. να μου παιδεύεις το μυαλό .. Πάψε πια να μου μιλάς με την καρδιά μου, πάψε να με πονάς και φύγε από μπροστά μου, χάσου από τα μάτια μου.. Δεν θέλω να σε ξέρω.. θέλω να ξεχαστείς όπως ξεχάστηκαν και τα όνειρα μου.. Θέλω να ξεχάσουν όλοι ακόμα και εσύ.. ότι υπήρχα για σένα.. Είναι άδικο αυτό που ζω.. Θέλω να ταξιδέψω μακριά σου.. με ακούς μακριά σου!

Αέρας φυσάει δυνατός, τραβάει τα μαλλιά μου σε ένα ξέφρενο χορό, χτυπάει, παρασύρει τα βήματα μου, παραπατάω.. Πάντα αυτό έκανα παραπάταγα εδώ και εκεί και μόνο στην ιδέα του χαμού σου, πέθαινα χίλιες δυο φορές.. Κύκλους σε ένα σενάριο άτυχο.. το έργο είχε μεγάλο ενδιαφέρον μα δυστυχώς ξέμεινε από σκηνική παρουσία .. Και είμαι εδώ χαζή,, κοντά στην προβλήτα να σε διώχνω.. φύγε σε παρακαλώ.. φύγε μέσα από τα μάτια μου, άφησέ με ήσυχη να ζήσω να αναπνεύσω… εγώ δεν άξιζα για σένα.. όχι εσύ..

Τι ήσουνα; Μια γυναίκα μπερδεμένη .. τι είσαι τώρα πια ;; μια γυναίκα μπερδεμένη με πολλά περισσότερα χτυπήματα.. Άνεμος.. σαν τον άνεμο ψάχνει σκόρπια πράγματα.. ακάλυπτές ψυχές να πονέσει.. Άλλα σου είχε υποσχεθεί και άλλα έκανε.. Υποσχέσεις..
Υποσχέσεις.. πόσα λόγια ψεύτικα μάζεψα στο καλάθι για την καρδιά μου.. κι ήσουνα εσύ εκεί να μου τα δίνεις όλο και περίσσια όλο και πιο πολλά..
Πόσα λόγια σου είπα και εγώ.. πόσο αληθινά σε νοιάστηκα.. σκύβω το κεφάλι και αφήνω τον άνεμο να με χτυπάει στο τραπεζάκι απομένει εκείνο το ποτήρι με το κόκκινο κρασί .. ριγεί από την ορμή του αέρα που τραντάζει το γυαλί.. διάφανα.. και η καρδιά μου , το αίμα της που αιμορραγεί μέσα σε ένα τόσο χαζό σώμα.. Χαζή!! Χαζή!!! Πάντα θύμα στις καταστάσεις.. πάντα εσύ να πονάς.. και να νοιάζεσαι ακόμα.. Τα χρόνια περάσανε και εσύ παρέμεινες στο ίδιο θέμα χαζή.. αναλλοίωτη να αφήσεις την ψυχή σου για κείνον.. καθάρια την σκέψη σου χωρίς στίγματα να την λερώνουν.. χαζή.. ποσό χαζή ήσουνα..
Σε λέρωσε και εσένα.. σε μάτωσε και σ’ άφησε να γλύφεις τις πληγές σου σαν σκυλί.. το άξιζες?? Όχι πες μου το άξιζες.. τι έδωσες και τι πήρες καρδιά μου

Τον μισώ.. τον μισώ όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.. Θέλω πολύ να τον μισήσω.. Στον αγύριστο τα λόγια του, και πιο πολύ η αγκαλιές του.. δηλητήριο ήτανε για μένα , με φαρμακώνανε κάθε στιγμή κάθε λεπτό ακόμα και στα ύστατα..
Να μην τον ξαναδώ μπροστά μου.. να φύγει να χαθεί στον κόσμο του.. τον μισώ με όλη την δύναμη που μπορώ να το πω.. Το μπλε του τραπεζιού σκούρυνε και αυτό όπως και η θάλασσα.. και ο ουρανός.. αντάρες ξεσηκωθήκανε και θέλουν να φέρουν ταραχή.. κουμπώνω πολύ το παλτό μου.. να μην νοιώθω κι άλλο κρύο , μου φτάνει το δικό μου.. Το ποτήρι παραμένει στη θέση του αγέρωχο ένα γυάλινο πράγμα είναι κι αυτό όπως και η καρδιά του.. Σηκώθηκα να φύγω.. να το αφήσω πίσω μου όπως και αυτόν..

Το κρασί σώθηκε και όσο ακόμα απόμεινε μέσα σε κείνο το κρυστάλλινο ποτήρι θα το πάρει η θάλασσα ..


Μη κοιτάς άλλο πια

Φύγε σε παρακαλώ..

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Στου χρόνου τα γραμμένα (μέρος γ' τέλος)

Χορεύουν φύκια

κάτω απ' το τζάμι του νερού.

Τα ρηχά έχουν κι αυτά

τα βάσανα τους και τα γλέντια τους.

*
Τώρα θα έχουν λύσει τα μαλλιά τους

οι αγνές ησυχίες τριγύρω

με τη σιωπή σου θα τις κανείς

γυναίκες σου εκπληρωμένες.

Ξαπλώνουν δίπλα σου
*

Ώρα Ελλάδας 7:30 μόλις που αρχίζει να σουρουπώνει . Η πιο όμορφη ώρα της μέρας , την ώρα που ντύνεται ο ουρανός με χίλια χρώματα και χίλιες δυο αισθήσεις. Του κόσμου όλου τα συναισθήματα , αγάπης λύπης, πόνου δυστυχίας, ευτυχίας, χαράς, ηρεμίας τα κλείνει όλα μέσα σε ένα πολύχρωμο τεράστιο σάρι. Και το μείγμα μας έτοιμο. Λίγο από ευτυχία, δύο δόσεις λύπης, και μισή δόση δυστυχίας και ύστερα για να δέσει όση ευτυχία και ηρεμία έμεινε. Και όλα αυτά τα βάζει στο φούρνο του ο Θεός και μας προσφέρει αυτό που βλέπουμε στον ουρανό. Η πιο ήρεμη ώρα της μέρας.. την ώρα που αφουγκράζονται οι ζωντανοί της ψυχές αυτών που έχουν φύγει κοντά τους.
*

Η Ηρώ μόλις είχε βγει από τη θάλασσα και τίναζε τα μαλλιά της να φύγει το περιττό νερό. Έκατσε δευτερόλεπτα να χαζέψει λίγο την θέα , έκλεισε το μάτι στο ηλιοβασίλεμα και ντύθηκε γρήγορα να φύγει . Πάντα βιαζόταν αυτή η κοπέλα. Πάντα έτρεχε ποτέ δεν καθόταν σε μία μεριά. Το τζιν μπήκε με δυσκολία καθώς το σώμα ήταν ακόμα βρεγμένο και το φανελάκι μόλις ακούμπησε πάνω της μούσκεψε και αυτό. Φόρεσε στον ώμο το τσαντάκι της με τα υπόλοιπα πράγματα πήρε τα κλειδιά και κατευθύνθηκε προς την μηχανή. Την είχε ακουμπήσει λίγα εκατοστά παραπέρα από το κύμα. Στηριγμένη στο νύχι της την περίμενε υπομονετικά , για να κάνει τα υπόλοιπα καπρίτσια της. Ανέβηκε πάνω, έβαλε μπρος και αφού τράβηξε λίγο περισσότερο το πίσω γκάζι για έναν ακόμα χορό στην άμμο έφυγε γρήγορα. Έπρεπε να γυρίσει πάλι πίσω στην βουή της πόλης. Έφτασε στο διαμέρισμα της και μηχανικά άνοιξε την πόρτα. Μα ο αέρας που την συνόδεψε , μπήκε και κείνος ορμητικά μέσα στο σπίτι και έφερε αναστάτωση. Καμιά δεκαριά χαρτιά από το γραφείο έπεσαν κάτω στο πάτωμα.


Η Ηρώ δεν έδωσε σημασία και όπως ήταν ευδιάθετη κατευθύνθηκε προς το ντουζ για να βγάλει την αλμύρα από πάνω της.
Σε μισή ώρα όλα πια ήταν όπως πριν, τίποτα δεν θύμιζε το μπάνιο στη θάλασσα, το χορό στην άμμο και την ξέφρενη πορεία που είχε πάρει η μηχανή στο γυρισμό. Η Ηρώ βρεγμένη και γεμάτη μυρωδιές από αφρόλουτρο και σαμπουάν έψαχνε για τα ρούχα της. Έβαλε προσεκτικά μία φόρμα για να σκεπάσει τα πόδια της και ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, έπιασε τα μαλλιά της βιαστικά και κατευθύνθηκε προς τα χαρτιά.


Στο δρόμο της βρέθηκε και ο τηλεφωνητής με το κουμπάκι στο κόκκινο, είχε μήνυμα. Το πάτησε γρήγορα και άρχιζε να μαζεύει τον λογαριασμό της ΔΕΗΣ που ήταν πεσμένος κάτω, ένα χαρτί από τα κοινόχρηστα, την λίστα με τα ψώνια και την καρτ ποστάλ που είχε ξεκολλήσει εκείνη από το ψυγείο. Την καρτ ποστάλ από τη Ρώμη που είχαν πάει μαζί πριν μισό χρόνο.. λίγο πριν χωρίσουν . Το ένα και μοναδικό ταξίδι που είχαν κάνει μαζί.


Όσα δεν φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η στιγμή λένε. Και ότι είναι γραφτό να γίνει , όσα εμπόδια και να υπάρχουν θα γίνει, γιατί είναι από το Θεό γραμμένο. Είναι το ριζικό Έτσι και τώρα μία τυχαία στιγμή πέρασε από μπροστά της το πρόσωπο του. Τα γαλάζια μάτια του που τόσο πολύ αγαπούσε. Τα μαλλιά του που της άρεσε να τα χαϊδεύει λίγο πριν τον αγκαλιάσει το δειλινό. Κι ήταν και κείνος ο αέρας που πήρε να φυσάει ξαφνικά και την έκανε να κρυώνει να ζητάει υποσυνείδητα αγκαλιά.. ήταν και κείνο το όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ.. εκείνο το άλογο το καφετί που έτρεχε κόντρα στον ήλιο.
*
**

Η φωνή που ακουγόταν από τον τηλεφωνητή έλεγε «φιλενάδα έχω δύο εισιτήρια για Ρώμη, θες να πάμε μαζί το Σαββατοκύριακό.. έλα πες μου ναι!! Γιώτα»


Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει κι ας νύχτωσε τόσο εδώ των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στον αέρα κι ανεβαίνει.


Θα θελα έτσι μονάχα για μια στιγμή να ‘μαι πάνω στη χαίτη εκείνου του αλόγου που είχε το χρώμα της γης και κάλπαζε διασχίζοντας το χορτάρι. Και να πετάω και εγώ στον αέρα και να ανεμίζω στη χαίτη του. Θα θελα να κρατιέμαι από πάνω του, σώμα με σώμα για να νοιώθω τις βιαστικές ανάσες του που έκαναν το στέρνο του να ανεβοκατεβαίνει . Και ύστερα με τον άνεμο να περάσω μπροστά από τα γαλάζια μάτια του Πέτρου, να δω τη σκιά του, να δω που πλανιέται το βλέμμα του, να χαϊδέψω τα μαλλιά του.
Μη με ρωτάτε αν θα θελα να πέρναγα και από την Ηρώ.. μέσα από τα βρεγμένα μαλλιά της μπορεί να προέρχομαι ήδη.
*


Που ξέρω εγώ τα ευαίσθητα σημεία του πελάγους
για να σε καταλάβω ;

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Στου χρόνου τα γραμμένα (μέρος β)

Δύο μήνες τώρα κανείς δεν το δάμασε, δεν άφησε κανέναν να το χτυπήσει.. μόνο το άφηνε ελεύθερο μέσα σε εκείνα τα στρέμματα περιφραγμένης γης να τρέχει να καλπάζει. Και εκείνος ανέβαινε ψηλά στον ξύλινο φράχτη και το παρατηρούσε. Το σώμα του είχε δέσει πια από το καλό τριφύλλι και το σανό που έτρωγε και όπως ήταν τώρα καθαρό, φάνταζε πιο όμορφο από ποτέ. Το δέρμα του καστανό μέσα σε όλη αυτή την Ανοιξιάτικη φύση γυάλιζε από μακριά. Ζέσταινε τη ματιά σου, και αυτή η χαίτη του όλο και πιο ξανθιά γινότανε..
*

Δεν είχε ακόμα τολμήσει να το καβαλήσει, όσο κι αν το επιθυμούσε. Θα ερχόταν κι εκείνη η ώρα όταν το άλογο θα ήταν έτοιμο. Μονάχα το παρατηρούσε. Ήταν και εκείνες οι σκοτούρες που είχε ο Πέτρος στο μυαλό του, που δεν του άφηναν χρόνο για ξεγνοιασιά. Όλη η φάρμα και οι δουλειές της περνούσαν από τα χέρια του. Μεγάλωσε πριν την ώρα του, κάτι που τον είχε κουράσει ψυχικά.
*


Σε ώρες απόγνωσης, έβγαζε το άλογο από το στάβλο, το έλυνε και το έβαζε μέσα στον περιφραγμένο χώρο. Εκείνο ήθελε μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να αφηνιάσει και να αρχίσει να τρέχει πέρα δώθε. Δεν υπήρχε σημείο μέσα σε τόσα στρέμματα που να μην είχε πάει. Έσκιζε με τα πόδια του το πράσινο ψηλό χορτάρι, προσπερνούσε τον άνεμο και πήγαινε κατευθείαν στον ήλιο. Εκεί που η ματιά του Πέτρου δεν μπορούσε να δει καθαρά και όταν ήθελε να ξεκουραστεί λύγιζε τα πόδια και ξάπλωνε κοντά στη λιμνούλα. Απολάμβανε την δροσιά.
*

Και το χάζευε, πόσο νεύρο έκρυβε μέσα του αυτό το αδύνατο πλασματάκι. Ήθελε να επιβληθεί και στον άνεμο, έκανε μαγκιές και στα μεγαλύτερα άλογα. Το αγαπούσε καταβάθος, χωρίς να το παραδεχτεί και εκείνο μόνο του ήτανε. Όταν ο Πέτρος είχε προβλήματα, δεν ήθελε βοήθεια από κανέναν. Ούτε στην μάνα του δεν μιλούσε , ούτε στον αδερφό του , ήθελε πάντα να πιστεύει ότι ήτανε μόνος του. Φοβόταν κατά βάθος ότι κάποια στιγμή θα τους έχανε και εκείνους. Όπως έχασε τον πατέρα του. «Εγώ μπορώ και μόνος μου» έλεγε και ξανά έλεγε. Και ίππευε τα άλογα του μανιασμένα, όσο πιο δύσκολο το εμπόδιο μπροστά τόσο πιο πείσμα έβαζε με τον εαυτό του να το ξεπεράσει. Να κάνει ένα ακόμα άλμα. Δεν φοβόταν τον θάνατο, ή μάλλον τον φοβόταν τόσο πολύ που του πήγαινε κόντρα. Γι αυτό δεν ήθελε δεσίματα και δεσμούς καρδιάς. Απαρνιόταν τα πάντα και πονούσε διπλά.
*


Αυτή τη φορά δεν είχε κουράγιο ούτε στο φράχτη να σκαρφαλώσει. Αφού ακολούθησε τη συνηθισμένη διαδικασία να πάρει το άλογο να το λύσει και να το αφήσει ελεύθερο μέσα σε εκείνη την έκταση. Έκατσε να το χαζεύει από κάτω. Με τα δυο του χέρια ακουμπισμένα στο ξύλινο κάγκελο να στηρίζουν το κεφάλι του, το παρατηρούσε να ξεμακραίνει. Μία σκιά περιφερόταν στα γαλάζια μάτια του, μία σκιά που τα έκανε ακόμα πιο θαμπά. Έγνοιες πολλές στο μυαλό του, ήταν και κείνος ο αέρας που άρχισε ξαφνικά από τα πουθενά, παρέσερνε τα σύννεφα να κρύβουν όλο και πιο πολύ τον ήλιο. Και του μετάδιδε ένα τρεμούλιασμα, ένα ανατρίχιασμα στην ραχοκοκαλιά. Ήταν και κείνο το όνειρο την προηγούμενη νύχτα που δεν τον άφησε να κοιμηθεί. Ήταν και η παράξενη αίσθηση ότι βρισκόταν κάπου γύρω του εκείνη.
*
Είχε καιρό να την δει, να ακούσει το γέλιο της, να την μυρίσει.
Τον είχε αφήσει, την είχε διώξει με τον τρόπο του, σημασία είχε πως ήτανε χωριστά.
«Σε καλό μου σήμερα.. η ιδέα μου θα ναι» μονολόγησε και συνέχισε με το βλέμμα του να πλανιέται στο χώρο. Η εικόνα του αλόγου είχε χαθεί από ώρα, μα δεν το είχε καταλάβει.
Απέμεινε να θυμάται την εικόνα της να έρχεται προς το μέρος του καβάλα στο άσπρο της άλογο και τα μαλλιά της να ανεμίζουν καθώς κάλπαζε πάνω του ρυθμικά. Απέμεινε να ψάχνει στο μυαλό του πως ήταν η αίσθηση από το άγγιγμά της στα μαλλιά του, λίγο πριν το δείλι..
(συνεχίζεται..)