Το κεράκι άναψε, πάνω του μια καμπύλη.. μέσα της να ρέει νερό και έλαια… λεβάντα να χαλαρώσει να ταξιδέψει, δυόσμο και βασιλικό.. θυμάρι έλειπε τροφή για τα όνειρα να έχει… και η μουσική κύλησε μέσα στην ψυχή της. Νότες πλημμύρισαν την καρδιά της, της χάιδευαν το λαιμό, σε εκείνο το μικρό και ευαίσθητο σημείο πίσω από τα αφτιά. Χάδι αντρικό..
Ποταμάκι που σχηματίστηκε οι σκέψεις της… συννεφιά και ήλιος μαζί… μία να βρέχει ,μία να λάμπει η πλάση γύρω της .. και κείνη εκεί… κολλημένη… αποφασισμένη να μείνει εκεί.. Εκεί που λένε όλοι όχι.. εκεί που λένε ότι είναι μάταιο. Αυτός αξίζει… εκείνη το ξέρει… πρέπει να αξίζει.
Δίπλα της ένα κοχύλι κάτασπρο, δώρο από κάποιο νησί του καλοκαιριού.. εκείνα τα νησάκια που τα διακρίνεις από μακριά… σπιτάκια ασβεστωμένα, ψαροχώρια διάσπαρτα και ο Θεός να ευφραίνεται την σιγαλιά συντροφιά με τα κύματα και τους γλάρους του.. Να του φέρνουν τα μαντάτα του πελάγους.. από ανθρώπους ναυτικούς και από καημούς , ναυαγισμένες καρδιές.
Το κοχύλι της σταθερό, ακούνητο στο σημείο που χρειαζόταν για να της κρατάει συντροφιά.. Θα πρέπει να γεννήθηκε στη θάλασσα ή εκεί να θέλει να καταλήξει.. τόση η αγάπη της, τόσα τα όνειρα της για εκείνο το γαλάζιο… Μέσα του ακόμα ο ήχος της θάλασσας μελωδικά την καλεί εκεί…
Μέρα νύχτα… το ίδιο τραγούδι .. η ίδια μελωδία..
Πάνω.. λίγο πιο ψηλά από το πρόσωπο της ένα παραθύρι.. γαλάζιο και αυτό… και δυο φανοστάτες με κεράκια.. το βράδυ να ανάβουν να δείχνουν το δρόμο του γυρισμού, στις σκέψεις, τα όνειρα και στις ψυχές.. Να φέγγουν ζεστά, να δείχνουν το σπιτικό…
Έγραφα στο τετράδιο μου ότι οι στιγμές τελειώσανε… ότι μία μία θα πέρναγα τις στιγμές θα τις αγαπούσα και θα τις κράταγα φυλαχτό στην καρδιά μου…
Το άγχος με είχε συνεπάρει , σε κουβούκλιο είχα κλείσει την καρδιά μου μην τυχόν και πληγωθώ… σε κοίταγα και οι σκέψεις μου τρέχανε, δεν προλάβαινα να σε χορτάσω γιατί η απουσία ήδη μου θύμιζε τα όσα θα χάσω…
Σ’ αγαπώ… όσο μπορώ να σε αγαπήσω , και όσο μ αφήνεις εσύ να αισθανθώ…
Σε νοιάζομαι… πιο πολύ από την εγωιστική πλευρά μου, τη γκρίνια μου το πείσμα μου την ξεροκεφαλιά μου… σε νοιάζομαι και θέλω μονάχα εσύ να είσαι καλά.!
Στο πείσμα σου και στην ματιά σου, βρήκα την προσοχή που ήθελα, στην αγκαλιά σου τα χάδια σου αυτά που κρυφά ζητούσα… Ξημέρωσε και ακόμα όρθιοι είμαστε στη μέση του πουθενά… να με κρατάς αγκαλιά να ακουμπώ πάνω σου , να σου φιλώ τα χέρια που πλαισιώνουν τους ώμους μου.. να μου μυρίζεις τα μαλλιά…
Ο άνεμος κοιμήθηκε και η θάλασσα υδάτινο χαλί στα πόδια μας!!! Ο ήλιος ξύπνησε , δειλά μας κοίταξε και κοκκίνισε και αυτός, όλα σε γαλάζιο, ροζ και κόκκινο… Σε νοιάζομαι γιατί είσαι εσύ, ο άνθρωπός μου! Δεν σε βλέπω αλλά νοιώθω την ανάσα σου στον αυχένα μου.. Μείνε εδώ μαζί μου για πάντα θέλω να σου πω αλλά δεν τολμάω!
Ότι και να γίνει , εγώ είμαι ευτυχισμένη γιατί έζησα αυτή τη στιγμή γύρισα και σου είπα… δεν με νοιάζει τίποτα άλλο!
Τα μελαγχολικά σου μάτια χάθηκαν μέσα μου, αγγίξανε και την ψυχή μου!!!
Τώρα πια σε μια οθόνη , χαζεύω τις στιγμές μας, στη δουλειά κοντεύει 2… το μυαλό αυτοκίνητο ζητάει να φύγει να έρθει κοντά σου… εσύ έχεις μείνει εκεί… Μου λείπεις , μου λείπεις πολύ… αχόρταγη καρδιά που όλο ζητάει και άλλο .. κι άλλο από σένα…
Πήρε το σούρουπο την παλέτα του και άρχισε να χρωματίζει τον ουρανό, κατηφόρισε σιγά σιγά μέχρι το απάγκιο λιμανάκι.. εκεί που σκάει το κύμα την τελευταία του δροσιά.. Πλατσούρισε σαν μικρό παιδί έχοντας διπλωμένα τα μπατζάκια από το τζην της...!!! Η ζεστή ματιά της που και που έψαχνε το δρόμο, περίμενε μουσαφήριδες...
Είμαι καλά και ευτυχισμένη απάντησε η φωνή της mircas... στο σπίτι περιμένει ψαράκι τηγανητό, πατατούλες βραστές, χόρτα και κρασάκι για να φιλέψω όσους με ψάχνανε!!
Συνέχισε να τραγουδάει παίζοντας με το νερό...
"Να μπορούσα στα σύννεφα να ' χα εγώ βενζινάδικο,
στο κενό να κινδύνευα για τ' αστέρι μου τ' άδικο."
Του κλείδωνα θα ορίσω τη μέρα.. θα σιωπήσω και θα περιμένω να ακούσω το πρώτο όνομα αντρικό που θα προφέρει κάποιος , ύστερα θα κοιτάξω τον ουρανό και θα ευχηθώ.. να 'ναι ο αγαπημένος μου..
Τρίτη 05-05-09
Η Δευτέρα δεν τελείωσε έτσι.. Είχε αγάπη μέσα της, είχε πράγματα που αξίζανε.. Πήρα τηλέφωνο τον Παναγιώτη μου, ήθελα να είμαι με ανθρώπους που αγγίζουνε την καρδιά μου, απάντησε αμήχανα.. δεν ήταν ο Παναγιώτης που ήξερα.. κάτι συμβαίνει, θέλω πολύ να τον δω...
Πήρα τηλέφωνο το παπί μετά.. μιλήσαμε λίγο μου είπε ότι θα με έπαιρνε τηλέφωνο το βράδυ να τα πούμε.. Περίμενα αυτή τη συνάντηση πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Τα λόγια του πάντα μιλάγανε μες στην καρδιά μου.. γιατρικό, χάδι ψυχής, γάζα να επουλωθεί κάποιο παλιό χτύπημα και φροντίδα μαζί...
Βρήκε.. Βρήκε την Ειρήνη μέσα μου, και ας την είχα τόσο καλά κρυμμένη, και ας μην μπορούσα εγώ η ίδια να την βρω.. Βρήκε.. βρήκε το πρόβλημα και το καθάρισε από τη σκόνη, τακτοποίησε ένα δύο πραγματάκια, μονοπάτι να μου φτιάξει να μπορώ να βαδίσω μόνη μου προς τα εκεί! Τίναξε τα χέρια του χτυπώντας τα ρυθμικά, μου έριξε στα χέρια το πιο ζεστό χαμόγελο που υπήρχε και είπε.. να ΄σαι.. αυτή είσαι.. εδώ είναι ο χώρος σου.. το θέμα είναι να τακτοποιήσεις και να τον διαμορφώσεις όπως εσύ θέλεις.. Εγώ απλά σε βρήκα γιατί δεν σε έχασα ποτέ..! Χαμογελώ.. γιατί με βρήκα... δώρο για την γιορτή μου!!!
Είχε φτάσει στη μέση της ζωής της κι ήταν σύζυγος, μητέρα, νύφη, κόρη ,αδερφή , αφεντικό , κυρία, -τίτλοι και περγαμηνές κρεμασμένες στον τοίχο- σαν τα πτυχία στα ιατρεία που υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν όσα κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει.
Η ώρα είχε φτάσει. Σηκώθηκε, ίσιωσε τη φούστα και κούμπωσε τη ζακέτα του ταγέρ της. Με την κάρτα επιβίβασης, την ταυτότητα και την ακριβή τσάντα στο χέρι, πέρασε τον έλεγχο από τους πρώτους και κατηφόρισε στη φυσούνα βιαστικά, λες κι έπρεπε να τελειώσει γρήγορα η διαδικασία του τετελεσμένου.
Κάθισε στη θέση της, τρίτη σειρά, παράθυρο, κι έδεσε τη ζώνη για να φυλακίσει την απόφασή της.
Έβγαλε το βιβλίο της- πάντα ένα ταξίδι πρέπει να συνοδεύεται από ένα μοδάτο βιβλίο, έτσι για να συμπληρώνεται η εικόνα ενός ξεχωριστού και μη τυχαίου επιβάτη της πρώτης θέσης-, κι ας είχε να το ανοίξει από την προηγούμενη πτήση, δύο μήνες πριν.
Κάποιος κάθισε δίπλα της και αναζήτησε τη ζώνη του να δεθεί. Δε σήκωσε τα μάτια από το άλλοθι του βιβλίου και συνέχισε τη σκέψη, μη χάσει τη σειρά, ενώ ο άντρας με το σκούρο κουστούμι προσπαθούσε να βολευτεί κάπως άτσαλα. Μια «συγνώμη» πέταξε γύρω και σκεπάστηκε από τις φωνές του πιλότου και τις οδηγίες σε περίπτωση κινδύνου από τη σύνοδο.
Ο άγνωστος πλάι της αναδεύτηκε και άνοιξε το τραπεζάκι ένα laptop. Νούμερα, νούμερα, κάθετες κι οριζόντιες γραμμές και το βελάκι να τρέχει πάνω κάτω ,καθοδηγούμενο από ένα άγνωστο χέρι. Άλλος ένας που πάει στο εξωτερικό για δουλειά και ποιος ξέρει για τι ακόμα…
Έπιασε τον εαυτό της να τυλίγει μασούρι το χαρτομάντιλο που κρατούσε. Μέσα της δε συνέβαινε τίποτα, και η σιωπή που μπήκε ανάμεσα τους ξεκαθάρισε τα μπερδεμένα αισθήματα.
Το συμπέρασμα είναι απλό. Ο Αλέξανδρος ήταν ερωτευμένος με μια άλλη και δεν ήταν πια ερωτευμένος μαζί της. Κι αυτή που έστεκε τυλίγοντας ένα κουρελόχαρτο δεν πονούσε και δεν έκλαιγε, γιατί κι αυτή δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του.
Παράξενο πράγμα ο έρωτας. Έρχεται ξαφνικά με τυμπανοκρουσίες και σημαίες και φεύγει κρυφά σαν κλέφτης, χωρίς να τον καταλάβει κανείς.
Ένα πυρωμένο κερί ,ένα πηγάδι σοκολάτα και μια μοναξιά ετών σαράντα δύο, ήταν όλα κι όλα τα υπάρχοντα της. Το σπίτι άδειο χωρίς τα παιδιά, το ψυγείο μόνο με φρούτα και γάλα, δύο ηλικιωμένες που κάθε μέρα κάτι απαιτούν για να υπάρξουν, κι ο Αλέξανδρος φευγάτος στο όνειρο της ερωτικής του νεότητας των πενήντα και κάτι με ένα κορίτσι στην ηλικία της κόρης του…
Ήταν μόνη. Κι αν ήθελε να συνεχίσει να ζει, έπρεπε να βρει τρόπο να ονειρευτεί και να αγαπήσει τον εαυτό της που δε γνώριζε. Το όνειρο όμως είχε στεγνώσει μαζί της πάνω στη λεμονιά κατακαλόκαιρο. Και τι δε θα έδινε να γινόταν δεκαεπτά χρονών, να ζήσει πάλι εκείνο το ξημέρωμα της ζωής που δεν ήξερε τι θα φέρει, που δεν προφήτευε ακόμα το αύριο κι όλα τα ενδεχόμενα κρέμονταν στο μπαλκόνι της καρδιάς της σαν μεταξωτά χρωματιστά πουκάμισα και ανέμιζαν, κι ο ήλιος τα χάιδευε, κι οι πεταλούδες ξαπόσταιναν από τα χορτάτα καλοκαίρια πάνω τους.
Γύρισε πίσω στο παλιό της αδιέξοδο. Η φυγή κρύβει πάντα ελπίδα, κι αυτήν αναγνώρισε στο φυλλάδιο του γραφείου ταξιδιών που βρήκε ένα πρωί πάνω στο γραφείο της.
~~~~
Εγώ κι εσύ … εσύ κι εγώ…
Και αν δεν υπάρχει αυτό… γιατί όλα δηλαδή να είναι μαύρα;
Παίρνω λοιπόν το μολύβι μου σε χρώμα κόκκινο και τα υπογραμμίζω… Δεν υπογραμμίζω απλά λέξεις και φράσεις σε ένα χαρτί υπογραμμίζω τη ζωή μου.. εμένα την ίδια μέσα από αυτά.
Σιγοντάρουν τα αδέρφια σου σε μια εξίσου καλή ή καλύτερη ζωή. Φτάνουν κ οι φίλοι, οι φίλες, τα ξαδέρφια, οι γνωστοί. Όλοι μαζί και εξίσου μόνοι σε μια ζωή που περιμένει το φανάρι να ανάψει πράσινο για να ξεκινήσει.
Η αλλαγή χρώματος του φωτεινού σηματοδότη γίνεται άλλοτε νωρίς και άλλοτε αργά… Περάσανε όλοι, εγώ…
Ξέμεινα…
Το φανάρι μου είναι κόκκινο … πάει ένας χρόνος και κάτι τώρα…
Ξέμεινα κάπου εκεί… ανάμεσα στο όλα και στο τίποτα.. υποκειμενικές έννοιες που δεν μπορούσα ποτέ να τιθασεύσω. Ξέμεινα και κουράστηκα να έχω αναμμένη τη μηχανή μου, να μαρσάρω δείχνοντας τα γκάζια μου, την ιπποδύναμη που κρύβω μέσα μου.. όνειρα αχαλίνωτα, τρέλα στιγμής, φόρα να πάρω για να προλάβω όσα δεν πρόλαβα!
Και όλα μπερδευτήκανε πιο πολύ, ανάκατες οι σκέψεις και οι ελπίδες που σβήνανε μία μία… σιγά σιγά.. και εγώ ανίδεη στη μέχρι τώρα «καταστροφή» μου πανικόβλητη … δεν ήξερα πώς να τις σώσω , τις ελπίδες, τα όνειρα μου, τα θέλω μου…
Ήδη προερχόταν από μένα όλο αυτό κι η απώλεια τους ήταν επίπονη αρκετά.. Ο πανικός είχε καταβάλει την ψυχή μου, μια ψυχή περιπλανώμενη σε ανεμοστρόβιλο. Και όλα να φαίνονται μάταια, γιατί στα μάτια μου η κατηφόρα πλησίαζε κοντά μου.. και φοβόμουν αυτή την πτώση..
Χάθηκα…
μην λυπάστε…
εγώ χαμογελάω…
Μεγάλωσα σε μια ζωή φτιαγμένη να έχω κάποιον να φροντίζω. Σε κάποιον να ανήκω!!
Τα σκαλοπάτια με τις προτεραιότητες που είχα βάλει από μικρή είχαν σχεδόν όλα καλυφθεί.. δύο μένουνε ακατοίκητα ακόμα.. Δύο τεράστια σκαλοπάτια που στα μάτια μου τότε φάνταζαν μικρά.. Ένα ταίρι και ένα σπιτικό..
Οι επιλογές που παίρνει ο καθένας μας είναι συμπαντικός παράγοντας για την μελλοντική μας ζωή. Οι δικές μου με οδήγησαν εδώ που είμαι … άραγε αν κατάφερνα αυτό που τόσο ζητούσα, να είχα καλύψει όλες τις ανάγκες μου? Να είχα γεμίσει το κενό μου? Η και πάλι ανικανοποίητη να έμενα μέχρι τον επόμενο στόχο.
Ο κόσμος , τα πρέπει, η κοινωνία, η μαμά που ζητάει αρραβώνες γάμους, ο μπαμπάς που θέλει σωστά κορίτσια «καθώς πρέπει» η φωνούλα μέσα σου που λέει να δειχτείς κι εσύ για τη σχέση ή το γκόμενο κελεπούρι που έχεις δίπλα σου και μπορεί να σε συνοδεύει σε οικογενειακές γιορτές βαφτίσια κλπ, η αγκαλιά, το χάδι το βράδυ, το μήνυμα που έρχεται την ύστατη στιγμή και σε κάνει να ανατριχιάζεις …. Όλα αυτά και τίποτα μαζί σε κάνουνε να ζητάς.. και να συγκρίνεις.. να ζηλεύεις.. να πονάς…
Μία λέξη μόνο θα πω συλλαβιστά.. για να την χορτάσω και εγώ και να την καταλάβουν και οι τύψεις που μου προκαλούν όλοι οι άλλοι!!
ΚΟΥ ΡΑ ΣΤΗ ΚΑ
Κουράστηκα να περιμένω αυτό που θα έρθει.. αυτό που πίστευα ότι θα μου ερχόταν απλόχερα και δεν μου ήρθε, αυτό που πίστευαν και οι άλλοι για μένα.. Πάνε μήνες μπόλικοι στα χέρια μου μέσα που δεν υπάρχει ένα σ’ αγαπώ.. Πολλές φορές το λέω μόνη μου στον αέρα να το χορτάσω, να θυμηθώ πως ήτανε όταν το έλεγα και το εννοούσα. Δεν υπάρχει στιγμή στη ζωή μου στο παρελθόν που να έπαψα δευτερόλεπτα να αγαπώ κάποιον.. Και η συγκεκριμένη εξέλιξη φαντάζει άγνωστη για τα δικά μου μέτρα και σταθμά. Μα δεν σκύβω το κεφάλι ζω τη στιγμή μου πέρα από τα πρότυπα που μου έχουν επιβάλει… Και ο λόγος που χάθηκα από το μπλοκ είναι γιατί ήμουνα υπέρμαχος της αληθινής αγάπης και πάτωσα… Δεν είναι ότι έπαψα να το πιστεύω αλλά δεν έχω τίποτα στα χέρια μου να το αποδείξω.
Δεν θα αφήσω τον εαυτό μου έρμαιο σε κανέναν να εκμεταλλευτεί την σύγχυση που έχει προκληθεί μέσα μου.. Όμως θα γεμίσω από μένα! Θα βρω τον τρόπο.. Θα βρω τον τρόπο να αγαπήσω εμένα! Τα σκαλοπάτια μου δεν τα γκρεμίζω, πως θα μπορούσα άλλωστε.. είναι ΕΓΩ.. απλά μπορούν να περιμένουν. Τη σημασία έχουν τα χρόνια και τα όρια , αν δεν μπορείς να ευχαριστηθείς τη ζωή που κάνεις τώρα.
Έμπλεξα, ξε- μπλεξα και να ‘μαι πάλι εδώ.. Δεν χόρτασα, μα χαμογέλασα πολύ.. Καιρός να φροντίσω και την ψυχή..
Γι αυτό παίζω με την τύχη και την προκαλώ… Κόκκινο το φανάρι μου, κόκκινη και εγώ… λίγο χρώμα δεν έκανε ποτέ κακό βρε αδερφέ; Λέω στον διπλανό μου , κάνοντας τον να χαμογελάσει μέσα στο δικό του άγχος… και…
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕ στην αίθουσα αναχωρήσεων. Η Χριστίνα είχε φτάσει νωρίς στο αεροδρόμιο από λανθασμένο υπολογισμό, και τώρα δεν ήξερε τι να κάνει την προσμονή της σέρνοντας τη βαλίτσα της.
Κάθε τόσο μια απρόσωπη γυναικεία φωνή που ανάγγελλε αφίξεις και αναχωρήσεις τεμάχιζε την ησυχία σε άνισα κομμάτια και τα μοίραζε σε κάποιους που τα περίμεναν μετρώντας το χρόνο όπως αυτή.
Βάλθηκε να ανακαλύψει στο χώρο κάποια πράξη ή εικόνα για να γεμίσει με σημασία το άσκοπο παρόν.
Ένας ξεχασμένος ταξιδιώτης κοιμόταν ξαπλωμένος σε τρεις θέσεις κι ήταν ο μόνος που χρησιμοποιούσε την ώρα ερήμην του. Στην πλαϊνή θύρα, η ανθρώπινη ουρά μίκραινε καθώς την κατάπινε η πόρτα ενός αγνώστου γι’ αυτήν προορισμού.
Μια φωνή μέσα της την ρώτησε: «Που πας; Τι νόημα έχει;»
Έκανε πως δεν άκουσε. Τι να απαντούσε; Δεν ήξερε γιατί έφευγε.
Έβγαλε από την τσάντα της ένα περιοδικό και ξεφύλλισε με ψεύτικο ενδιαφέρον την χρωματιστή του ματαιότητα. Έγχρωμα , όλα έγχρωμα και γυαλιστερά, σαν τις εντυπώσεις. Ρούχα καλλυντικά, σώματα, ομορφιά, όλα φωτεινά και εμπορεύσιμα, όλα εκτός από τις συμβουλές.
Έκλεισε το περιοδικό εκνευρισμένη, όπως ήταν κάθε φορά που έφευγε από το δωμάτιο για να μην ακούει τη μάνα της.
Αυτή ήθελε να δουλεύει, να είναι μάχιμη και δημιουργική, κι ας γινόταν ερείπιο κάθε μέρα για να τα προλαβαίνει όλα.
-Αναχώρηση Ολυμπιακής Αεροπορίας, πτήση 450 για Παρίσι…
Η ψυχρή φωνή τη γύρισε στην αίθουσα για να φύγει σε λίγο πάλι. Πόσες φορές είχε πάει από τότε στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Φλωρεντία για να αγοράσει ρούχα για το μαγαζί ούτε θυμόταν. Είκοσι δύο χρόνια είχαν περάσει, κι όλα είχαν πάει καλά.
-Άφιξη Alitaliaαπό Ρώμη…
Τώρα τόσα χρόνια μετά, τίποτε από αυτά δε τη συγκινούσε σαν τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις που συνέβαιναν τόσο κοντά και τόσο μακριά από αυτήν.
Προσπάθησε να εντοπίσει το χρόνο που κάτι άρχισε να συμβαίνει μέσα της, αλλά δεν τον βρήκε. Ίσως ήταν εκείνα τα γενέθλια στα σαράντα της, τότε που η Μυρτώ είχε ετοιμάσει την έκπληξη με την τούρτα και την οικογενειακή γιορτή. Είχε γυρίσει βράδυ απ’ τη δουλειά και το σπίτι ήταν σκοτεινό. Ότι πηγε να πατήσει το διακόπτη , τα φώτα άναψαν, φωνές και γέλια γέμισαν το σαλόνι κι εκείνο το διάσημο «HappyBirthday» ακούστηκε στη διαπασών. Φιλιά, αγκαλιές, δώρα, όλα έπεσαν πάνω της σαν φορτίο που δεν ήταν έτοιμη να σηκώσει.
Η τούρτα ήταν άσπρη και είχε μόνο ένα κόκκινο κερί στη μέση, που δεν ήξερε γιατί, της θύμισε πυρωμένο καρφί. Το έσβησε, άκουσε το γνωστό τραγουδάκι «να μία σοφός» και με μια κίνηση έβγαλε γρήγορα το φονικό καρφί για να μην πονάει η τούρτα όσο κι αυτή. Στη θέση του έμεινε μια τρύπα και μέσα της μαύρη σοκολάτα σαν πηγάδι γεμάτο σκοτωμένο αίμα.