Πάνω στη μηχανή ξεχνούσε την ηλικία της. Ήταν ένα παιδί. Μόνο αυτό ήξερε. Έγερνε το κορμί της δεξιά κι αριστερά και τρελαινόταν όταν ο δρόμος είχε στροφές, στροφές, στροφές…
Να ήταν τώρα εδώ μαζί μου..
Αναστενάζει, νιώθοντας την ελαφράδα της μηχανής και το κενό πίσω της.
Μα μεγαλύτερο είναι το κενό που νιώθει μέσα της.. Τράβηξε το γκάζι ακόμα πιο πολύ θέλοντας να απομακρυνθεί κι άλλο.. από κείνον, από τις σκέψεις της.. από τον ίδιο τον εαυτό της...
Το ηλιοβασίλεμα που εβλεπε μπροστά της φάνταζε αισιόδοξο..!
ποτέ δεν ξέρεις πότε αρχίζει και πότε τελειώνει.. Άλλοι τον ψάχνουνε.. Άλλοι αναγκαζόμαστε να τον διακόψουμε.. Άλλους μας προδίδει..
Σε όλες τις περιπτώσεις όμως είμαστε τυχεροί γιατί τον β ι ω ν ο υ μ ε ! ! Κι ο καθένας επιστρέφει στο στυλ που του ταιριάζει, από την στιγμή που αποτύχαμε σε οτιδήποτε άλλο.
Hold your dreams Don't ever let it go Be yourself And let the world take notice
So many doubts running through your mind All the excuses Don't have the time All the rejection you have to leave behind
Τόσες πολλές αμφιβολίες στο μυαλό σου.. Και δεν υπάρχει χώρος για δικαιολογίες.. Όλη η απόρριψη που πρέπει να αφήσεις πίσω σου...
Leave it all behind...
Αλλαγή πλεύσης λοιπόν με χαμόγελο δεν ξαναγυρνάμε πίσω
Και οι θάλασσες στα μάτια του σηκώσανε κυματάκι και χορεύανε. Δυο σκούρες θάλασσες φουρτουνιασμένες που περιμένανε πάντοτε κάποιο ξημέρωμα…
Εκείνη
«Κουράστηκα..» θέλησε να πει, μα το μετάνιωσε πάλι.. Σάμπως δεν το ‘ξερε;; ή μήπως έλεγε κάτι καινούργιο.. όλο της το είναι πνιγότανε μέσα σε αυτό το σώμα.. τα πάντα καταστρέφονταν γύρω της και κείνη αμίλητη, ψυχρή, όπως άλλοτε το επέβαλαν οι καταστάσεις..
Ποτέ άλλοτε η μοναξιά δεν της είχε κάνει πιο μεγάλο κακό. Κι αυτή… κι αν είχε περάσει μοναξιές και μοναξιές.. Μοναξιές θανάτου, αποχωρισμού, προδοσίας, μηδενισμού.. και όλα όσα μπορεί να σκεφτεί και να πράξει ένα ανθρώπινο μυαλό.. Μα ποτέ δεν το ‘βαζε κάτω, η αντοχή και η θέληση για ζωή ξεχειλίζανε το ποτήρι της και πάντα καθαρίζανε όλη την ψυχή της.
Τα δάκρυα τρέχανε βρυσούλα μισάνοιχτη κάθε τρεις και λίγο , μα όλα καθάριζαν.. σβήνανε το μαράζι.
Πόσο καιρό είχε να κλάψει από τότε; Πόσους μήνες; Πόσες μέρες; Οι υποχρεώσεις δεν αφήνανε περιθώριο για καταπτώσεις.. όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα, έτρεχε, κοιμόταν και ξυπνούσε χωρίς συναισθήματα… που είχε πάει όλο αυτό;
Σανίδα σωτηρίας ζητούσε να βρει και βρήκε.. πιάστηκε.. με νύχια και με δόντια πιάστηκε να αντέξει τον καιρό.. να επιβιώσει.. Ο πόνος από την απουσία του την τρέλαινε.. κατρακυλούσε, πνιγόταν μέσα σε κείνη.. έπρεπε να πατήσει στα πόδια της να πει φτάνει.. ως εδώ είσαι..
Το έκανε, στην αρχή με μάτια κλειστά, ύστερα ήρθαν οι τιμωρίες.. τιμωρούσε εκείνη και τους άλλους.. Πλήγωνε και κορόιδευε συναισθήματα.. κορόιδευε απωθημένα, λόγια πικρά που τριγυρνούσαν στο μυαλό της.. καταπιεσμένα.. Κεράκι η ψυχούλα της που έκαιγε μέσα σε νερό.. άλλες φορές μισόσβηνε και άλλες πάλι σπίθες πέταγε να ξαναλαμπαδιάσει.. Προσπαθούσε.
Μια εικόνα είχε μείνει από ‘κείνον.. μια εικόνα, ένα πρόσωπο μια καρδιά.. τίποτα άλλο.
Οι συζητήσεις τους αραιές ως σπάνιες.. πέρναγαν οι μήνες και μια καλημέρα πουθενά.. «Θα το ξεπεράσω», έλεγε και ξανά έλεγε εκείνη.. θα το ξεπεράσω.. προχώρησα, στάθηκα στα πόδια μου, άλλαξα εμφάνιση και αντοχή.. Μπορώ! Θα το ξεπεράσω…
Μα σαν κοντοστεκότανε η ψυχή της, πισωγυρνούσε και κοίταγε.. Πολύτιμες στιγμές, ματιές σε μια φωτογραφία.. Ποτέ δεν τον ξεπέρασε.. τον αγαπούσε όσο ποτέ άλλοτε, όσο κανέναν, δεν ζητούσε τίποτα για την αγάπη της αυτή απλά περίμενε.. ποτέ δεν γύρισε.. ούτε θα γυρνούσε δηλαδή όσο ακόμη και αν περίμενε.. Ποτέ δεν την συγχώρεσε, ποτέ δεν την ένιωσε όσο εκείνη..
Ήρθε η στιγμή να τον ξεκόψει τελείως.. σταλιά σταλιά εδραίωνε την παρουσία του μέσα της και εκείνη η καημενούλα πνιγόταν.! Έχανε την σιγουριά της απόστασης, ήλπιζε, ήθελε να τον δει, ένα άγγιγμα μια αγκαλιά..
Πόσο λυπόταν τον εαυτό της, κατρακυλούσε για πολλοστή φορά.. πόσα ακόμα έπρεπε να κάνει για να την αγαπήσει;; Όχι έπρεπε να πει αντίο..
Τον έσβησε..
Όχι από την καρδιά , άλλα από οπουδήποτε αλλού. Η απόσταση θα την ηρεμούσε, η άγνοια αντίδοτο στην καρδιά, βοήθεια στο ξε- αγαπώ…
Τίποτα δεν έγινε.. τα δεδομένα παρέμειναν τα ίδια.. εκείνη αιώνια χαζή.. λυπημένη και πνιγμένη στην αγάπη της.. Εκείνος, κάνοντας μια ζωή που του αρκούσε , γλεντώντας και γνωρίζοντας κόσμο..
Οκτώβρης ήταν θυμάται.. στην τελευταία κουβέντα τους. Τα τελευταία λόγια διαλέχτηκαν και έπρεπε να είναι πικρά, αμείλικτα.. Κι ύστερα σιωπή..
Δεν πίστευε στα μάτια της, δεν ήθελε να δεχτεί.. Προχώρησε.. λίγο ακόμα.
Ένα εξάμηνο μετά.. εκείνη ταλαιπωρεί ακόμα την ψυχή της με μια αγάπη αδιέξοδη, μονόπλευρη, ανεκπλήρωτη.. Εκείνος θα ναι κάπου ευτυχισμένος, καινούργια αγκαλιά καινούργια ελπίδα..
Δυο σκούρες θάλασσες φουρτουνιασμένες που περιμένανε πάντοτε κάποιο ξημέρωμα…
Εκείνος
Ήρθε η στιγμή να ξανά ελπίσει.. ήρθε η στιγμή για ένα καινούργιο πρόσωπο να αναζητήσει.. Πώς να μην ήταν συγκινημένος..; πώς να μην χαιρόταν;, να παραλυρούσε.. Άνοιγε τα χέρια του και άφηνε την ευτυχία να τον χαϊδέψει.. Μόνο η ψυχούλα του ήξερε τι είχε περάσει, και πόσο είχε πληγωθεί μέχρι να φτάσει τα 30αντα! Ζωή χωρίς συναίσθημα δεν είναι ζωή.. έλεγε και ξανά έλεγε.. Μα δεν άφηνε καμιά να μπει στην καρδιά του μέχρι να είναι έτοιμος.. Μέχρι κάτι να τον σκουντούσε.. Χρόνια, μήνες μέρες ατελείωτες.. καθισμένος σε εκείνο το πεζούλι να κοιτάει την θάλασσα, ήθελε να αγαπήσει..
Ήρθε από την πλευρά της θάλασσας γοργόνα να τον μαγέψει.!! Ευτυχισμένη φαντάζει που τον απέκτησε, κέρδισε την καρδιά του.. Κάθε ευτυχία να τους κυκλώσει..
Εκείνη
Γνωρίζει τα πάντα, πονάει… Δεν μιλάει, δεν αντιδράει..
Άραγε ποια αντίδραση θα ταίριαζε σε κάτι τέτοιο;
Το κεράκι κοντεύει πια να σβήσει , να χαθεί.. Και το νερό που επιπλέει, θάλασσα που το απομακρύνει όλο και πιο πολύ από τον φάρο που αγαπούσε..
Ποτέ του δεν τον έφτασε το καημένο το κεράκι.. πάντα φώτιζε και πάντα κολυμπούσε προς τα εκεί.. τα χεράκια του κουπιά, να δουλεύουν ενάντια στις εποχές, ενάντια τους μήνες.. και κείνο αναμμένο να λάμπει, μήπως και το δει.. Πάντα στο ελάχιστο η απόσταση και πάντα στο άπειρο. Σταμάτησε.. δεν κουράστηκε μα κατάλαβε τώρα πια .. Ποτέ του δεν θα το δει.. ποτέ δεν θα το εκτιμήσει, να το αγαπήσει..
Άφησε τα χεράκια του τα ματωμένα, το κορμάκι του το ταλαιπωρημένο, την ψυχούλα κουρέλια και το κύμα το παίρνει μακριά.. Ελπίδα καμιά..
Είναι μέρες τώρα που σβήνει και θα χαθεί.. Εύχεται ο φάρος του να είναι πάντα ευτυχισμένος και χαμογελαστός.. όμορφος και φωτεινός από ευτυχία.. ποτέ έρημος όπως αυτό..
The mission- Butterfly on a wheel
Όλα αυτά γράφονται για να θυμούνται οι μνήμες τις αγάπες αυτές, τις μεγάλες. Όλα γράφονται πάντα όταν όλα τελειώνουν και δεν υπάρχει γυρισμός στο συναίσθημα.. Αυτή τη στιγμή μου είναι πολύ δύσκολο να καταλήξω, στο αν πονάω ή στο αν θέλω να γίνει για πάντα ευτυχισμένος εκείνος ο φάρος ο όμορφος..
Αν πονάω σημαίνει ότι τον αγαπώ ή ότι ξεφεύγω από τα κεκτημένα;;;
Και αν δεν κλαίω σημαίνει ότι τον ξέχασα ή ότι αποδέχομαι αυτό που ευχόμουν για την ψυχούλα του;;;
Θα θελα πολύ μέσα από την καρδιά μου να σας πω, ότι με σκέφτηκε και μήνυμα στάλθηκε με λέξεις μου λείπεις, είσαι καλά;
Μα κι έτσι να μην γίνει, το κεράκι όντως ταξίδεψε πολύ… όντως ακόμα ταξιδεύει.. και θα ξαναπεράσει κι από δώ!!
Την ταχύτητα , την ένταση του ήχου που άφηναν πίσω στο πέταγμα τους.»
…
Όλα τα μετρούσα , τα λαχταρούσα.. σαν να ‘θελα κομμάτι τους να ‘μαι κι εγώ.. Κάποιες φορές από τη λύσσα μου ένοιωθα τον αέρα τους να με χτυπάει. Ανακάτευε τα μαλλιά μου καθώς γύριζα όλο και πιο πολύ γύρω από τον εαυτό μου.Γύριζα… γύριζα και ανάσαινα..
Ένοιωθα ζωντανή.. τόση ήταν η λύσσα μου, η λύσσα της ψυχής μου.
Κομμάτι τους ήθελα να ‘μαι. Έκλεινα τα μάτια και παραδινόμουν.. πότε εδώ και πότε εκεί..
Και όταν ο αέρας κόπαζε και πάταγα στο έδαφος, ήξερα, δεν είχε έρθει η στιγμή ακόμα..
Σκούπιζα τα χείλη με τον καρπό να σβήσω τα χνάρια του διψασμένου. Έπαιρνα γρήγορες ανάσες, καταλάγιαζα την ορμή. Έκανα υπομονή. Μέχρι την επόμενη στιγμή που η ταχύτητα τους θα με έκανε …
Σε κάποια καφετέρια, μπορεί και στον δρόμο η σε σπίτι, διαδραματίζεται το εξής γνωστό και μη εξαιρετέο δράμα.
Πιθανόν κάποια Κυριακάτικα απομεινάρια...Αυτή, με σταυρωμένα χέρια και κατεβασμένο κεφάλι. Μάτια μισόκλειστα και οι ρυτίδες στο μέτωπο γράφουν: "πόλεμος"
Εκείνος, δειλά να πλησιάζει, επιφανειακά αδιάφορος, αλλά μάλλον φοβισμένα (ποιος ξέρει τι έχουν δει τα μάτια του, η καρδούλα του θα τρέμει), αλλά επιμένω αδιάφορα, λέει την κλασική ερώτηση, τάχα μου:
- Τι τρέχει;
- Τίποτα.
- Μήπως είναι κάτι που είπα;
- Όχι.
- Χμ... μήπως κάτι που δ ε ν είπα; ( είναι διαβασμένος!)
- Όχι.
- Μήπως... ε... κάτι που έκανα; ( είναι και οι πράξεις...)
- Όχι. (Φρούριο σκέτο).
- Μήπως τότε κάτι που ε π ρ ε π ε να κάνω; ( πόσο διάβασμα πια μπορεί να έχει ρίξει;)
- Όχι.
Έχει σηκωθεί αντάρα από ανατολή και δύση. Θύμωσαν τα βασίλεια!
- Μήπως ( γίνεται η τελευταία μεγάλη επίθεση) είναι κάτι που είπα, σχετικά με κάτι που έκανα και δεν έπρεπε να είχα κάνει, δίχως να έχω υπολογίσει τα συναισθήματά σου; ( Τουλάχιστον Χαρβαρντ!)
- Ίσως...
- Το ήξερα!!! ( Το διδακτορικό αμέσως!)
Άντε να ξεκινήσουμε την εβδομάδα με χαμόγελο.
Φανταστική είναι η ιστορία έτσι;
Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009
Το κεράκι άναψε, πάνω του μια καμπύλη.. μέσα της να ρέει νερό και έλαια… λεβάντα να χαλαρώσει να ταξιδέψει, δυόσμο και βασιλικό.. θυμάρι έλειπε τροφή για τα όνειρα να έχει… και η μουσική κύλησε μέσα στην ψυχή της. Νότες πλημμύρισαν την καρδιά της, της χάιδευαν το λαιμό, σε εκείνο το μικρό και ευαίσθητο σημείο πίσω από τα αφτιά. Χάδι αντρικό..
Ποταμάκι που σχηματίστηκε οι σκέψεις της… συννεφιά και ήλιος μαζί… μία να βρέχει ,μία να λάμπει η πλάση γύρω της .. και κείνη εκεί… κολλημένη… αποφασισμένη να μείνει εκεί.. Εκεί που λένε όλοι όχι.. εκεί που λένε ότι είναι μάταιο. Αυτός αξίζει… εκείνη το ξέρει… πρέπει να αξίζει.
Δίπλα της ένα κοχύλι κάτασπρο, δώρο από κάποιο νησί του καλοκαιριού.. εκείνα τα νησάκια που τα διακρίνεις από μακριά… σπιτάκια ασβεστωμένα, ψαροχώρια διάσπαρτα και ο Θεός να ευφραίνεται την σιγαλιά συντροφιά με τα κύματα και τους γλάρους του.. Να του φέρνουν τα μαντάτα του πελάγους.. από ανθρώπους ναυτικούς και από καημούς , ναυαγισμένες καρδιές.
Το κοχύλι της σταθερό, ακούνητο στο σημείο που χρειαζόταν για να της κρατάει συντροφιά.. Θα πρέπει να γεννήθηκε στη θάλασσα ή εκεί να θέλει να καταλήξει.. τόση η αγάπη της, τόσα τα όνειρα της για εκείνο το γαλάζιο… Μέσα του ακόμα ο ήχος της θάλασσας μελωδικά την καλεί εκεί…
Μέρα νύχτα… το ίδιο τραγούδι .. η ίδια μελωδία..
Πάνω.. λίγο πιο ψηλά από το πρόσωπο της ένα παραθύρι.. γαλάζιο και αυτό… και δυο φανοστάτες με κεράκια.. το βράδυ να ανάβουν να δείχνουν το δρόμο του γυρισμού, στις σκέψεις, τα όνειρα και στις ψυχές.. Να φέγγουν ζεστά, να δείχνουν το σπιτικό…