Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2007

Καθισμένη δίπλα στο σπίτι της, κάτω από τη σκιά του γέρο- πεύκου αφουγκράζεται. Χορταίνει από ήχους και μυρωδιές. Σχεδόν καλοκαίριασε, είναι μία από τις μέρες που η ζέστη είναι αφόρητη. Άρχισαν κιόλας τα τζιτζίκια το τραγούδι τους, αναγγέλουν το καλοκαίρι.
Ένα αδύναμο αεράκι προσπαθεί να δροσίσει την ατμόσφαιρα αλλά μάταια.. στο τέλος θα σταματήσει και αυτό.

Η ανάσα της κουρασμένη, θέλω λίγο δροσιά φωνάζει όλο της το είναι.
Καλοκαίρι, όμορφο καλοκαίρι κοντεύεις να φτάσεις σκέφτεται. Και έρχεσαι δυναμικά απ' ότι φαίνεται. Ευτυχώς που έχω και αυτόν τον μικρό παράδεισο να ξεφεύγω τα μεσημέρια μετά την δουλειά.
Τα μάτια της στράφηκαν ίσια μπροστά της, στο όμορφο σπίτι της με τα τεράστια μπαλκόνια.
Άσπρο νησιώτικο, με κήπο και λουλούδια. Με αυλή να παίζουν τα παιδιά της μελλοντικά. Με αυλή που θα χαλαρώνει μεθαύριο με τον αγαπημένο της.

Να 'ναι καλά ο πατέρας μου και η μητέρα μου μονολογεί που μόχθησαν για μένα.
Και μέσα στο δικό της βλέμα , αξεδιάλυτα μπλεγμένα τα μελιά μάτια του πατέρα της και το πράσινο βλέμμα της μητέρας της να την κοιτάζουν.
Χαμογελάει ικανοποιημένα. Πόσο τους αγαπά σκέφτεται , αν δεν υπήρχαν εκείνοι κανένα καλοκαίρι, κανένα σπίτι, καμία στιγμή δεν θα είχε αξία.

Να μόνο που το σκέφτεται νομίζει πως τους βλέπει. Όπου κι αν πάει μαζί της, τους κουβαλάει. Και είναι χαρά ψυχής να τους έχει δίπλα της. Από τώρα φαντάζεται τι θα επικρατήσει εδώ μετά από λίγες μέρες.
Θα γεμίσει ο κόσμος φωνές χαράς. Μυρωδιές από σπιτικό φαγητό..
«Μμμμ μανούλα μου» ξεφεύγουν οι λέξεις από τα χείλη της και νομίζει πως μυρίζει ήδη τις πίττες της.

Ανασαλεύει το κορμί της σαν η σκέψη της να την ταρακούνησε λιγάκι.
Και να κοιτάει προς τα κάτω , προς την θάλασσα. Τον βλέπει , είναι ο μπαμπάς της ανεβαίνει με τα σύνεργα του ψαρέματος.
Ανεβαίνει ξυπόλητος, του αρέσει να αισθάνεται την γη. Το έκανε από μικρός. Το πρόσωπό του λάμπει, τα μάτια του δύο τεράστια μελιά διαμάντια. Τεράστια όσο και να τα κοιτάει δεν τα χορταίνει. Χαμογελάει, είχε και πάλι μία καλή ψαριά φαίνεται. Θέλει να δείξει σε όλους τι έπιασε, να πει τις ιστορίες που έζησε και μετά να κάτσει στην αυλή να τα ψήσει και να καλέσει όλο τον κόσμο.

Ξάφνου βλέπει και την μητέρα της να βγαίνει από την πορτούλα της κουζίνας και να τον κοιτάει που ζυγώνει. Το χρώμα της στο πρόσωπο επανέρχεται. Είχε ανησυχήσει που άργησε. Τρέμει η ψυχή της όποτε πέφτει στη θάλασσα. Αχ βρε χλωμή μου μανούλα, που όλες οι μανούλες του κόσμου δεν φτάνουν για να σχηματίσουν το πρόσωπό σου.. Κοντούλα,καστανή με δύο πράσινα γατίσια μάτια και μια φωνή.. αχ μία φωνή καθάρια όπως και η ψυχή της, κελαριστή όπως και το νερό απ' τις πηγές στο βουνό. Λάτρευε να την ακούει να τραγουδάει. Από μωρό που την είχε, με νανουρίσματα την κοίμιζε, με τραγούδια την κανάκευε.
Πάντα με το μελαγχολικό βλέμμα, φοβόταν πάντα, φοβόταν μη τους χάσει. Τόσο πολύ τους αγαπούσε.

Και αυτό από την μητέρα της το κληρονόμησε. Και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, δάκρυα χαράς που τους έχει δίπλα της αρτιμελείς και γεμάτους ζωή και δάκρυα απελπισίας που φοβάται μην τους χάσει..
Κοιτάει προς τον ουρανό και η καρδιά της λέει:«Θεέ μου σε παρακαλώ κάνε να είναι καλά, και πρόσεχέ τους εκεί που δεν μπορώ εγώ.. »

6 σχόλια:

Ευγενία είπε...

ναι , του αρέσει ξυπόλητος..δεν του έγινε μάθημα;; 2 μέλισσες πάτησε πέρσι :Ρ

πάντα καλά να είναι! :)

mirca είπε...

;PP
Μυαλό ποτέ!!
:))

Τζενάκι μου σήμερα πάμε βόλτα με το τουτου??

Ευγενία είπε...

πες το κ έγινεεε :Ρ

iLiAs είπε...

Καλή βδομάδα στα κορίτσια! :)

mirca είπε...

Καλή εβδομάδα Ηλία μου και σε σένα!!

Τζενάκι εχθές ήταν πολύ όμορφη η βολτούλα μας!! Γκαζοφωνιά να προσέχεις στο δρόμο εεε!!

Ευγενία είπε...

εξυπνάδεςς :Ρ