Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Παιδικές αναμνήσεις..


Μία από τις μεγαλύτερες πηγές ευχαρίστησης για μένα ήταν το μικρό μου μοσχαράκι, η Μάτα. Την καβάλησα μία φορά. Δεν ήταν κάτι που συνήθιζα να κάνω, αλλά μια μέρα η μεγάλη μου αδελφή, η Χριστοδούλα, ανέβηκε στην πλάτη της για να πάει σπίτι. Αναπηδούσε πάνω κάτω, μπας και καταφέρει τη Μάτα να ξεκινήσει.
«Έλα πάμε», είπε. Αλλά η Μάτα τραβούσε πίσω το κεφάλι της και στύλωνε τις οπλές της στο χορτάρι. Τράβηξα τον τριχωτό λαιμό της για να την κάνω να τρέξει δίπλα μου, όσο περισσότερο τραβούσα τόσο πείσμωνε και εκείνη.
«Σπρώξε την από πίσω», είπε ο αδελφός μου ο Γιάννης.
Στηρίχθηκε στα καπούλια της και με τα δυο του χέρια και έσπρωξε με όση δύναμη είχε. Αλλά η Μάτα δεν κουνιόταν.
«Εσύ σπρώξε και εγώ θα τραβήξω», είπα. Τράβηξα το μοσχαράκι με όλη μου τη δύναμη, ενώ ο Γιάννης έσπρωχνε από τα καπούλια με την πλάτη του, πιέζοντας με τα πόδια του χωμένα στο χορτάρι. Αλλά η Μάτα και πάλι δεν κουνιόταν.
«Ανέβα μαζί μου, Θυμία», είπε η Χριστοδούλα. «Ίσως τότε να κουνηθεί».
Σήκωσα μία πέτρα και την έφερα κοντά στη Μάτα. Μετά ανέβηκα στην πέτρα και πήδηξα πάνω στα καπούλια της, πέφτοντας με την κοιλιά και προσπαθώντας να κρατηθώ από την αδελφή μου. Άρχισα και εγώ να αναπηδάω πάνω κάτω.
«Πάμε», είπα κλοτσώντας και πηδώντας συγχρονισμένα με τη Χριστοδούλα. «Πάμε , κατεργαρούλα».
Αλλά η Μάτα μόνο «μουουου…» έκανε.
«Πάω να φέρω ένα κλαδί. Αυτό θα την κάνει να κουνηθεί», είπε η Χριστοδούλα.
Ξεκαβαλίκεψε το μοσχαράκι περνώντας το πόδι της πάνω από το κεφάλι μου και γλιστρώντας από την πλάτη του. Μόλις που είχε προλάβει να κατέβει και η Μάτα αποφάσισε να τρέξει. Έκπληκτη και καταχαρούμενη, πιάστηκα από τη γούνα της, καθώς τα πόδια μου χτυπούσαν πέρα δώθε.
«Περιμένετε!» φώναξε η Χριστοδούλα που είχε μείνει πίσω και έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Περιμένετε και μένα», κλαψούρισε.
Αλλά η Μάτα έτρεχε και εγώ γελούσα σ’ όλο το δρόμο κάτω στην πλαγιά και πάνω πάλι μέχρι το σπίτι μας. Την είχα αγκαλιάσει από το λαιμό για να μην πέσω και της έδινα πεταχτά φιλιά κάθε φορά που το κεφάλι μου ακουμπούσε στη γούνα της.

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

Elf wood..


Άρματα βαριά πάνω σε μια πλάτη πληγωμένη, κυρτή .. κατέβηκε από το άλογο με δυσκολία, αναθάρρεψε όση ακόμα δύναμη έκρυβε η ψυχή της και στάθηκε στα πόδια της.. παραπατούσε αλλά ήταν όρθια τουλάχιστον. Ρούχα σκισμένα, μαλλιά μπερδεμένα.. αίματα στα χέρια στο πρόσωπο.. αίματα παντού.. Ανάσες γρήγορες, μετά βίας ξεπροβάλανε από το στήθος.. Χείλη ανοιχτά, σαν να ζητούσε να αναπνεύσει απεγνωσμένα.. σαν λέξεις να θέλανε να βγουν και κάπου εκεί χαθήκαν.. Στις μπούκλες της εγκλωβισμένα δυο τρία φύλλα και κλαδιά που ο άνεμος τα παγίδεψε στον ιστό τους, στην ορμή της… σκεπάζανε το πρόσωπο και την παγιδευμένη γάζα.. Σήκωσε τα χέρια της και καθάρισε το πρόσωπο της, απομάκρυνε τα μαλλιά, όχι ότι ήταν πια απαραίτητο αλλά για να αντιμετωπίσει το μέγεθος της ζημιάς.. Ο πόνος στα μάτια συνεχιζόταν , το αίμα έτρεχε σιγά.. το κομμάτι από το φόρεμα δεμένο σφιχτά στο πρόσωπο βοήθησε όσο μπορούσε και αυτό αλλά πάει κουράστηκε τώρα… Η μνήμη της την πλάνεψε.. νόμιζε σαν κάτι να άκουσε.. σαν κάποιος να της μιλούσε.. μα ο άνεμος μάλλον θα ‘ταν.. Γύρισε και έψαξε να βρει τον οίστρο του ανέμου.. είχε ακόμα την φυγή στα χέρια της δεμένη.. μα που να πάει πια .. προορισμό δεν βλέπει να χαράξει.. Πήρε το σπαθί και προχώρησε.. κατεύθυνση δεν είχε.. στα δέντρα κάπου να ξαποστάσει, ήχος νερού και φύσημα ανέμου ανάμεσα στα κλαδιά την καλούσε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.. Το βήμα της αργό, διστακτικό κουρασμένο.. προχώρησε κάποια μέτρα πιο πέρα μα κάποια στιγμή την άφησε και κείνο .. και λύθηκαν οι δυνάμεις της, τα γόνατα της δεν βάσταξαν και βρέθηκε πεσμένη. Οι δυνάμεις της, την εγκατέλειπαν το ήξερε, το ένοιωθε.. το αίμα έτρεχε ζεστό μα το πρόσωπο της ήταν κρύο, έτρεμε..

Λίγο νερό.. διψούσε… απόγνωση.. τα χέρια με όση δύναμη απέμεινε μέσα τους, όσο ακόμα μπορούσαν να αντέξουν ..ανάμεσα στα δευτερόλεπτα του τίποτα και του όλου.. ανάμεσα στις τελευταίες αντιστάσεις της καρδιάς να συνεχίσει να χτυπάει έψαχναν γύρω τους να βρουν λίγο νερό.. νερό για την ψυχή, νερό για το σώμα.. νερό.. η τελευταία ελπίδα..

Το αναγκαίο συστατικό για την ζωή.. και εκεί λίγο πριν το πάντρεμα του αληθινού με την παραίσθηση.. εκεί που σμίγει η ψυχή του ανθρώπου με τα Θεία , εκεί που αιωρείσαι σαν χνούδι στον άνεμο.. σαν πούπουλο που θα ταξιδέψει μακριά.. την άκουσε… ήρθε για κείνην..


Ξόρκια και άλλα γιατρικά για μια ψυχή χαμένη, έψαχνα μάταια να βρω στις πόλεις και στους ανθρώπους..

Και γύρισα και έφυγα,

μακριά εκεί που κανείς πια δεν ψάχνει..

σε μύθους και σε πνεύματα.. σε μέλη του αέρα



Μάγισσα των αναστεναγμών ταξίδεψε με..

ξόρκια μαγικά ψιθύρισε κοντά μου και πλάνεψε μου το μυαλό.

Μέρες τώρα το φορτίο μου είναι βαρύ, δειλιάζω να το αφήσω.

Έκπτωτός άγγελός η καρδιά που πάλι λάθος δρόμο πήρε..


και πέφτει..

πέφτει ..

μαζεύει πάνω στα φτερά, της απόγνωσης την χάρη..

πέφτει και δεν συνέρχεται .. ακούραστα αφήνεται στην ορμή ..

πέφτει.. μα το τέλος δεν μπορώ να δω, μάτια καρδιάς δεν έχω..

δεν θέλω άλλο να σκεφτώ παρά μνήμες παλιές να σβήσω..

ομίχλη να πέσει στα μάτια μου μπροστά ..

να μην μπορώ πια να σε ζητήσω..

Μάγισσα των αναστεναγμών πάρε και τον δικό μου..

βαριά στη σκέψη κάθεται και μου πληγώνει την καρδιά ..

και δεν μπορώ πια να πετάξω όπως παλιά..

Στη λίμνη ακούμπησα κοντά και χάθηκα, μέσα στα πράσινα νερά.

Σε όνειρα πλανήθηκα που δεν θα βγουν ποτέ αληθινά..

Τα μαλλιά μου λύθηκαν σιγά .. τα χέρια χαλάρωσαν νερό ζητάνε για να βρουν ..

το αίμα να ξεπλύνουν,

μα τα άρματα μου τα βαριά δεν λένε να με αφήσουν..

Είναι και κείνη η σκηνή που θέλει να κατέχω του πόνου τις αναστροφές σαν άντρας να αντέχω. .

Μάγισσα των αναστεναγμών και συ κυρά της λίμνης τι άλλο θέλετε πια να σας πω..

δεν θέλω άλλο να πονάω..

πνίξτε μου ετούτο το λυγμό.. πνίξτε και την καρδιά μου..

με τα ίδια μου τα χέρια έδιωξα την χαρά μου..

Κύκνοι λευκοί μην έρθουνε ,γιατί θα τους λερώσω..

αίμα τρέχουν τα μάτια μου..

αίμα που θα πληρώσω..

Δεν βλέπω , μόνο αισθάνομαι την τόση μου την λύπη,

τον αέρα τον μοναχικό που άρχισε να θεριεύει..

Άραγε τα νερά σου πλανήθηκαν .. κινούνται πιο γοργά..

πάρε με κοντά σου

πάρε με μακριά.


Λυποθύμισε..



(συνεχίζεται..)

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

σημάδι του καφέ


Ήρθε και κάθισε σε ένα τόσο δα κομματάκι στην καρδιά .. μια μικρή κουκίδα.. στάμπα από φλιτζάνι του καφέ που έχει πια στερέψει ..γύρισε ανάποδα και ξεχύθηκε .. να δώσει το σημάδι της να μαυρίσει τα σημεία που θέλει, να βγάλει δικά της συμπεράσματα.. μαύρη σοκολάτα που πίκρανε τα χείλη μου και χάλασε την διάθεση.... αναστεναγμός που πληγώνει την ανάσα μου .. την κόβει στα δυο..
Και η αφέντρα του καφέ διαβάζει τα σημάδια του.. γυρίζει το φλιτζάνι και ανακατεύει τα καφέ σχήματα.. λερώνει την ψυχή μου με άσχημες αναμνήσεις.. Μπήγει την αγωνία πιο βαθιά μες στην καρδιά.. Λάθη που έγιναν και δεν αλλάζουν.. καταστάσεις μετέωρες.. ανύπαρκτη η ελπίδα.. την λέρωσα με τον καφέ.. και η αμφιβολία ήρθε
Τύχη για το μέλλον .. βάση των παρόντων να πονέσει και να τσιγκλήσει τους χτύπους της καρδιάς να τρέξουν.. για άλλη μια φορά σε ένα γύρο τρελό.. τι θα γίνει.. τι θα δείξουν τα μελλούμενα.. αγωνία από καταστάσεις που παρήλθαν και δεν αλλάζουν.. αχ και να έβλεπε λιγάκι και την δική μου την καρδιά και το δικό μου το φλιτζάνι.. αχ και να μπορούσα να αναθαρρέψω μέσα σου μια σκέψη.. ένα μου «λειπεις»
Η αφέντρα πληρώθηκε .. τριάκοντα αργύρια για να αλλάξουμε το μέλλον μα εκείνο δεν αλλάζεται ..
Θα τα καταφέρω.. σκουπίζω την ελπίδα με ύφασμα λευκό , σημάδια του καφέ να φύγουν.. Θα τα καταφέρω…

Επιστροφή..

«... Ήθελε κάτι να κάνει, αλλά δεν ήξερε τι, τι σχήμα να δώσει στο μέλλον της..
Πως θα μπορούσε μια γυναίκα να διεκδικήσει ένα κομμάτι του χρόνου και να το κάνει να λάμψει. Πως ανθίζει ένα λουλούδι όταν είναι θαμμένο στο νερό...
Ήθελε να είναι κάτι με περίγραμμα και, αν και δεν ήταν σίγουρη για το τι εννοούσε μ' αυτό, ήθελε να αποκτήσει κάποιο σεβασμό, αξιοπρέπεια,
κάποια ισορροπία και δύναμη δική της.

Να βρει τον εαυτό της. Το πάθος ήταν μυστικό και αφανέρωτο...»










P. s. @ Hara... se eyxaristw