Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Μια ιστοριούλα..

Αν η θλίψη μετριέται με δάκρυα τότε εγώ δεν είμαι..
Ποιος μπορεί να μου πει , τι είχα, τι έχασα.. ,
τι έφυγε ,τι παρέμεινε.. Σαν το ρύζι.. ρίζωσα ή χάθηκα..;


Το μόνο που θυμάμαι πιο πολύ απ’ όλα είναι που ήθελα να πετάξω, και να τώρα η ευχή μου γινόταν πραγματικότητα.
Από λεπτό σε λεπτό θα πετούσα.. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί για κάποιο λόγο και μένα με κρατούσαν ανάμεσα στα χέρια τους πολύτιμο θησαυρό.. Ευχή με νόημα.

Ήξερα, είχε έρθει η ώρα.., πρόσωπα χαμογελούσαν , φώτα άστραφταν κι εγώ ήμουν εκεί.. στην μέση των πάντων.. να ανυπομονώ, να κοιτάζω το χρόνο που περνούσε σαν πολύτιμο ρουμπίνι. Κοκκίνιζαν τα μαγουλά μου από την αγωνία και γέμιζε με στάλες ιδρώτα το μικροκαμωμένο μου περίβλημα. Αφού φοβόμουν μην λερωθώ έτσι άσπρο άσπρο που ήμουνα.

Κι ύστερα επικράτησε σιγή για λίγο, έπειτα κάτι ειπώθηκε χαρμόσυνα και
ουπςςςςς..
βρέθηκα να πετάωωωω… ψηλάαααα … πολύ ψηλάααα και μακριάαα,
λίγο ακόμη ήθελα και θα έφτανα.. λίγο ακόμη.
Κι άρχισα να πέφτω, να γεμίζω ευχές σαν βροχή το ζευγάρι.. κι όλοι χαμογελούσαν κι έριχναν κι άλλο ρύζι… και.. εγώ βρέθηκα στο έδαφος. Γιατί όσο πιο ψηλά πετάς τόσο πιο μεγάλη είναι η πτώση. Εγώ είχα κάνει το όνειρο μου πραγματικότητα, ναι , το είχα ζήσει!!
«και μετά…; και μετά..;;»

«βάλε μια μπουκίτσα στο στόμα και θα σου πω..»

Δεν θυμάμαι πολλά, έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει έξω, συγγενείς πήραν τα πιο πολλά λουλούδια και τέλος τα φώτα χαμήλωσαν.
Η ένδοξη στιγμή είχε φτάσει στο τέλος της.. Δεν είχα καταλάβει τι παραπάνω ήθελα να γίνει.. Η νεαρή κοπέλα άπλωσε τα δυο της χέρια και σήκωσε απαλά το λευκό μεταξωτό φόρεμα απ’ το μάρμαρο. Στριμώχτηκε τρυφερά στην αγκαλιά του συνοδού της που την περίμενε, έπρεπε να φύγουν . Γύρισε και κοίταξε το εσωτερικό, τα φώτα είχα χαμηλώσει πια κατά πολύ, στη μέση ένα τραπέζι, το λευκό τραπεζομάντιλο, πάνω του σκόρπια λουλούδια, ρύζι, δυο τρία κουφέτα.. γύρω οι εικόνες και το φως των κεριών.

Όλα είχαν άρωμα ευτυχίας.

«Σε ευχαριστώ» τόλμησε να πει και κοίταξε ευθεία στο Ιερό, ύστερα χαμογέλασε στον συνοδό της και φύγανε αγκαλιασμένοι. Δεν κατάφερε να με δει εκεί κάτω ανάμεσα στα υπόλοιπα.. Δίπλα μου βρισκόταν μια μισολιωμένη γαρδένια που αρνιόταν πεισματικά να παραδεχτεί ότι θα απουσίαζε πια από την γλάστρα και συνέχιζε να αναδύει την υπέροχη μυρωδιά της. Xυμένα ρύζια εδώ και εκεί.. που και που κουφέτα και λουλούδια.

Στάθηκα λιγάκι ακίνητο να συντονίσω τις σκέψεις μου. Το μονοπάτι από το λιγοστό φως των κεριών μου έδειχνε το μέρος που στεκόταν αμίλητη εκείνη η καλή κυρία στην εικόνα.Τόσο υπομονετική, τόσο ήρεμη.. μητέρα όλου του κόσμου. Θυμήθηκα ότι σε εκείνη προσευχόμουνγια να πετάξω μια φορά ψηλά στον ουρανό. Και να που με είχε ακούσει.

Όμως τώρα πια στο μυαλό μου όλα ήταν μπερδεμένα. Δεν ήξερα τι άλλο θα μπορούσα να κάνω από δω και πέρα. Τι να ζητούσα από την γλυκιά κυρία.. Το περίβλημα μου γυάλιζε κάτω από το φως των κεριών.. άστραφτα.. μπορεί να είχα λερωθεί λιγάκι με την πτώση μου, αλλά το κορμάκι μου ήταν ακόμη δυνατό, ακτινοβολούσε όλη εκείνη την ένταση , εικόνα μωσαϊκού φάνταζε το μάρμαρο που είχε γεμίσει , αταίριαστο ταίριασμα..και εγώ σκεφτόμουν που θα θελα να ταιριάξω;
η στιγμή είχε περάσει.. αλλά εγώ δεν ήθελα να την αφήσω..
Και η ευχή έγινε ξανά, σαν προσευχή από ένα μικρό ρυζάκι..

«Να ‘μουνα και εγώ για μια φορά στη θέση της κοπέλας..»

«και μετά.. και μετά;;;»
«Και μετά μικρό μου Ευάκι , ήρθε η στιγμή που το μικρό ρυζάκι έγινε κοπέλα και σε λίγες μέρες θα παντρευτεί το θείο τον Άγγελο ! Πρόσεξε πολύ λοιπόν που θα πετάξεις κι εσύ ρυζάκι στη Ιωάννα μας γιατί ίσως και αυτό να έχει κάνει μια ευχούλα … Να όπως αυτή η κουταλίτσα φαγητό που σε ταΐζει η μαμά..» είπε η Ινώ.

«Τι μαμά; Τι ευχή έκανε αυτό το ρυζάκι;»

«Αυτό το ρυζάκι φαίνεται ότι σε αγαπάει πολύ και ζήτησε για να γίνει φαγάκι για να φάει το μικρό μου το αγγελούδι..Δεν θα χαλάσεις την ευχούλα του έτσι;; Μη μείνει παραπονεμένο;»

«Αααααα βρε μαμάαααα..» είπε η μικρούλα Εύα και άνοιξε αναγκαστικά το στοματάκι της..


Άλλη μια φορά που την είχε πείσει να φάει το φαγητό της με μια ωραία ιστοριούλα..