Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Όνειρο κακό..


Σκέψεις μανιασμένα μαύρα σύννεφα, οργή, χτυπούσαν άγρια τα κύματα στην προκυμαία, ξεσπούσε ο Θεός με την οργή του στη γη.. χαλασμός Κυρίου..
Χειμώνιασε απότομα πρόλαβε να συλλογιστεί ανάμεσα στα διαλλείματα που έκανε το μυαλό βλέποντας όλο αυτό το πανικό..
Ίχνη φόβου εμφανίστηκαν και η καρδιά άρχισε να χτυπά απότομα..
Πότε κοβόταν η αναπνοή, πότε μούδιαζαν τα πόδια..
άλλο ένα βήμα ..
να φτάσει στον επόμενο βράχο..
άλλο ένα άλμα μεταξύ κενού και θάλασσας..
να φτάσει πιο μπροστά..
Παράλογο σκηνικό και πιο παράλογη η αντίδραση του ανθρώπου,
όπου μπροστά στη θέα όλων αυτών συνεχίζει να προσπερνάει ένα ένα τα βράχια
για να φτάσει εκεί.. πάνω στην προκυμαία.. στο φάρο ..
Αέρας χτυπούσε τα μαλλιά της, και όπως ήταν μαύρα σαν τη θάλασσα φάνταζαν
λες και κάποια κοράκια πιάστηκαν από πάνω της και την τραβούσαν στον αέρα..
Μανιασμένα χτυπούσαν αλύπητα πέρα δώθε τα φτερά τους,
μα τα νύχια τους γαντζωμένα συνέχιζαν πάνω της,
πλαισίωναν το λευκό πρόσωπο της..
Και η φιγούρα από μακριά φάνταζε να αμύνεται, να παλεύει να νικήσει..
δεν καταλάβαινες αν πήγαινε μπροστά ή πίσω ..
μόνο κινήσεις βιαστικές, παράταιρες.. σαν την ορμή του ανέμου.
Κι έφτασε στα μέσα της προκυμαίας.. πίσω της η αρχή φαινόταν Γολγοθάς,
μπροστά της η συνέχεια αμφίβολη.. ταλαντευόταν με το ένα πόδι στον αέρα,
να πηδήξει.. να κάνει ένα επιπλέον άλμα στον επόμενο βράχο,
να μείνει εκεί;
στη μέση του πουθενά;
Μετρούσε την απόσταση από το τέλος.. μετρούσε τα κύματα που δονούσαν το έδαφος
κάτω από τα πόδια της. Ψιχάλες αλμυρού νερού μετέφερε ο άνεμος,
βρίσκοντας αντίσταση στο κορμί, στο πρόσωπο, στα χέρια της..
Ένα βήμα ακόμα, δύο ..
νάτο και το τρίτο..
κοντεύω σκέφτηκε δύο ακόμα και έφτασα..
παραπάτησε..
λύγισε..
γονάτισε στον τρίτο βράχο προσπαθώντας να πιαστεί από κάπου να μην πέσει.
Αυτό είδε και ο εχθρός και λύσσαξαν τα κοράκια,
πετάχτηκαν όρθια, μαστίγωναν το πρόσωπό της με τη βοήθεια του ανέμου.
Και ούρλιαζε ο αέρας στα αφτιά της.. λυσσομανούσε η θάλασσα μπροστά της…
όλα είχαν αναστατωθεί και οι πέντε αισθήσεις της ακόμα..
μα κάτι την κρατούσε σε καταστολή.. κάτι της είχε υποδείξει που να φτάσει..
Σηκώθηκε, δεν υπήρχε κάτι που να μπορούσε τώρα να την σταματήσει,
στα μάτια της μια περίεργη μελαγχολία την προστάτευε από οτιδήποτε έξω από το σώμα της..
Τέταρτο βήμα και ένα ακόμα και έφτασε..
πιάστηκε από το λευκό παγωμένο μέταλλο που κείτονταν μπηγμένο στο έδαφος
να κρατάει σταθερό το φάρο..
Έκανε το γύρο του, ναι ήταν εκεί στο τελευταίο σημείου του λιμανιού,
εκεί που ξεπροβάδιζε η πόλη τα πλοία, εκεί που αποχαιρετούσαν οι σκέψεις τους δικούς τους...
Ήταν και κείνη εκεί, φιγούρα χλωμή, παραδομένη στην οργή..
κάπου μακριά λάμψεις φώτιζαν τον ουρανό, αστραπές..
προϋπαντούσαν τον ερχομό τους.. Σημάδι ότι όλη αυτή η ταραχή δεν είχε τελειωμό.

Σκέψεις που ξεσπούσαν στο μυαλό της σαν τα κύματα, θλίψη που έμοιαζε με τον αέρα,
την περικύκλωνε ξαφνικά και ύστερα την άφηνε παγωμένη,
και στον ορίζοντα ούτε ένα λευκό σημάδι.. ότι θα κοπάσει όλο αυτό..
Η μπόρα στην καρδιά φάνταζε μεγαλύτερη από αυτό που έβλεπε στα μάτια της μπροστά..
Τι να κάνει, δεν υπήρχε λύση.. η απόφαση πάρθηκε ,
η εταιρεία σε μια βδομάδα κλείνει.. ο λόγος αληθοφανής και συμφεροντολόγος..
«Πτώχευση κύριοι, αδυναμία καταβολής των χρωστούμενων» το εργοστάσιο κλείνει και 145 οικογένειες ξαφνικά θα βγουν στον δρόμο.. μαζί και η δικιά της..
Τι θα έκαναν..
πως θα ζούσαν..
και ήταν και κείνα τα χρέη..
κείνο το δάνειο που πήρε ο πατέρας της για να χτίσουν το σπιτάκι τους..
Το μικρότερο από τα αδέρφια έπρεπε να σπουδάσει,
να ντύνεται και να τρέφεται κανονικά, όπως τα περισσότερα παιδάκια του κόσμου.
Υπήρχαν έξοδα, φως , νερό , τηλέφωνο, δάνειο, σχολείο, τρόφιμα..
πως θα έβγαιναν όλα αυτά..
Και ήταν και κείνος ο καημένος ο γέρος της που πενηντάρισε τώρα πια..
που θα έβρισκε πάλι δουλειά στην ηλικία του, να μαζέψει τα ένσημα του,
να πάρει επιτέλους τη σύνταξη του, και ήταν και κείνη η καημένη η μανούλα της που γέρασε να πλένει και να καθαρίζει ξένα σπίτια, να κάνει οικονομίες και να μαζεύει
δραχμούλα δραχμούλα τα προς το ζην για την οικογένεια..
ήταν και κείνη η φουστίτσα που ήθελε να πάρει,
να έχει να φορέσει τα Χριστούγεννα στην εκκλησία και κείνη η ζακετούλα για το παιδί ,
δώρο με το αγαπημένο του βιβλίο, πάνε και αυτά ..
θα έπρεπε να παραμείνουν στο πίσω μέρος του μυαλού..
Τώρα προτεραιότητα είχαν άλλα.. πιο σοβαρά.. Κάποιος έπρεπε να στηρίξει το σπίτι,
να βοηθήσει τον πατέρα, να σιγοντάρει στα έξοδα.. να σταθεί κοντά τους..
Μεγάλη ήτανε , μπορούσε να τα καταφέρει.. σε εκείνη έπρεπε να στηριχτούν… ένας μισθός ακόμα που στύλωνε τους ανθρώπους στην δύσκολη ώρα. Ένας μισθός ακόμα… ίσως ο μόνος μισθός του σπιτιού από την επόμενη βδομάδα..

Σαράκι στην ψυχή , όσα είπε ο μάντης "δύσκολο το ταξίδι..." , δεν πρόδωσε ούτε μία ελπίδα το βλέμμα του αλλά ούτε και ο καιρός,
ούτε και οι ειδήσεις που έτρεχαν και αυτές με ταχύτητα αστραπής..

Άρχισαν να ακούγονται και τα μπουμπουνητά σιγά σιγά… Φώναζε ο Θεός εξοργισμένος…
τόση αδικία.. τόσο αναπάντεχο κακό.. Πως θα τα καταφέρνανε τόσοι άνθρωποι χωρίς δουλειά,
πως θα τα βγάζανε πέρα και οι δικοί της. Έπρεπε να γυρίσει..
άρχισε να σκοτεινιάζει ξαφνικά.. η μπόρα ήταν σε απόσταση αναπνοής..
δάκρυα θεού από το ξέσπασμά του θα έπεφταν στην πόλη, στο λιμάνι, στη θάλασσα θα έσβηναν στα κύματα…
να έσβηναν μαζί τους και οι σκέψεις της…

Έπρεπε να γυρίσει, θα την έψαχναν.. Γύρισε και κοίταξε πίσω της..
τα βράχια περίμεναν.. ένα ένα να τα περάσει, να κάνει τον δικό της αγώνα και πάλι από την αρχή..
μα αυτή τη φορά ανάποδα..
να φτάσει εκεί που ξεκίνησε.. στο Γολγοθά που την περίμενε..

Το πρώτο βήμα έγινε, τώρα και το δεύτερο.. ήταν και κείνο το σαξόφωνο που ήθελε να πάρει
για την ίδια.. τόσο καιρό περίμενε πως και πώς να αρχίσει τα μαθήματα…
και κείνο το αμαξάκι που θα έπαιρνε με δόσεις..
κουράστηκε να περιμένεις τις συγκοινωνίες..

Έπρεπε να πάρει μία απόφαση… Θα άφηνε την καρδιά να φύγει στο πέλαγος και δεν θα την γύρευε πια. Μόνη θα έστεκε , ανάμεσα στους τοίχους ,να την σιωπή και την αλμύρα!