Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Τσάι με μέλι σε μια γλυκιά ρότα...


Έχω ένα γλάρο ταξιδιάρικο στο πρεβάζι του παραθύρου μου και δυο σύννεφα φθινοπωρινοί αποστάτες να σιγοντάρουν στα ταξίδια του.
Δευτέρα σήμερα και καλή μου εβδομάδα..
Έχω ένα βασιλικό και δυο γεράνια έρμαιο στον αέρα.. πολύ πιο ψηλά από τις ρίζες τους..
έξι ορόφους πάνω… Άραγε θα αντέξουν στον χειμώνα που θα ‘ρθει…
Έχω μια καρδιά ανήσυχη και ένα πουλόβερ χοντρό να μου ζεσταίνει το κορμί , τα χέρια μου, γιατί πάντα σε ξένα χωράφια μπλέκω.. Ανήσυχο πνεύμα η ψυχή, πάντα να ταξιδεύει,
πάντα να αποζητά το άλλο το διαφορετικό.
Τι κατάφερε;
Έμπλεξε και ανήσυχη παρέμεινε.. ξεκρέμαστη..
φύλλο ελιάς, καραβάκι στα ρυάκια του καιρού.
Έχω μία ζωή ακανόνιστη και μια τεράστια καρδιά
που μέσα της χώρεσαν και θα χωρέσουν χιλιάδες ανθρώποι..
Που πέρασαν , που είπαν ένα γεια και χάθηκαν, που έκαναν κακό, που έμειναν,
που γέμισαν την γωνιά τους με αγάπη και στοργή, που θα ‘ρθουν , που θα φύγουν,
που θα μείνουν μόνιμα κοντά μου.
Έχω δύο χέρια που κάθε βράδυ κάνουν το Σταυρό τους, ευχαριστούν για όσα πήρανε ,
για όσα θα έρθουν..
Κάθε ξημέρωμα με κάτι καταπιάνονται και έτσι συνεχίζει η ζωή την πορεία της..
Ρυάκι.. στάλα που κύλησε και αφήνει τη θέση της για την επόμενη.. σιγά σιγά παίρνουν σχήμα , κυλάνε στη σχισμή και κάπου θα καταλήξουν!

Και όπως αχνίζει η κούπα με το τσάι, άγριο.. μαζεμένο από μέρη χωρίς ντουβάρια και γκρι δρόμους.. δύο κουταλιές μέλι να γλυκάνει..
και ο λαιμός μα και η μέρα μου..
συντροφιά στο παρατεταμένο οχτάωρο άλλοτε εννιάωρο
άλλοτε λιγότερο…


Νοσταλγώ όλα όσα περάσανε..
Μεγάλωσα και δέχτηκα να ωριμάσω .. λίγο πολύ άργησα..
λίγο πολύ κάπου καθυστέρησα όμως έφτασα και είμαι εδώ ..
εκεί που με άφησα… εκεί που με βρήκα.. εκεί που έπρεπε να είμαι.


Λυπάμαι για λάθη που έκανα πιο παλιά και δέχτηκα να εμφανιστώ σε ανθρώπους που πλήγωσα για να τους πω ένα καλημέρα,
χαίρομαι που είσαι καλά,
να προσέχεις..
Και το έκανα .. θέλει μεγάλη ψυχική θέληση να εμφανιστείς αντιμέτωπος με τα λάθη σου.. χωρίς να γνωρίζεις τι αντίδραση θα ακολουθήσει..
είμαι εδώ…
σκεπτόμενη μελαγχολικά όσα άφησα και πρέπει να αφήσω να κυλήσουν
μέσα από τα δάχτυλα μου σαν τους κόκκους της άμμου.

Είχα πει κάποτε..

Μοναξιά είναι το σήμερα...
Το γύρισμα της κλεψύδρας που άρχισε να μετράει αντίστροφα.. αδειάζοντας από μέσα μου κάθε τι δικό σου...
Μοναξιά είναι ...
ότι συνειδητοποίησα ότι έχω καιρό να σε νοσταλγήσω... να σε γυρέψω...
να αισθανθώ στα χέρια μου το χάδι από τα μαλλιά σου..
Μοναξιά είναι
ότι με φοβίζει που σε ελευθέρωσα από την ψυχή μου, και ότι θέλησες και εσύ να φύγεις..

Και έτσι είναι. ‘Ότι κι αν κάνω , ότι κι αν συμβεί στη ζωή μου πάντα θα σε νοσταλγώ άνεμε! Πάντα φαντάζεις αγέρωχος στα μάτια μου, κι έτσι να μείνεις ποτέ να μη λυγίσεις. Όλα καλά στρωτά να σου πάνε, η ρότα σου να είναι γλυκιά.

Σουρούπωσε..

Πάνε μέρες που έχω να σε δω και άλλες τόσες και περισσότερες να ταξιδέψω κοντά σου
και είναι εξίσου τρομερό που δεν αφήνεις ούτε ένα ίχνος στην ψυχή μου πια..
Τελείωσε.. σκόνη και άμμος τα όνειρα μας που φύσηξε ο Βοριάς τα σκόρπισε ,
τα άφησε να χαθούν.
Και το τοπίο έμεινε καινούργιο,
οφθαλμαπάτη σε μια ζωή που μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ.

Και συνεχίζω βουτάω την πένα της ψυχής μου στο μέλι και στο γλυκό κρασί
και γράφω μεθυσμένα όνειρα,
και γλυκά αισθήματα ,
γράφω για ταξίδια δίπλα στη θάλασσα
για πρόσωπα γεμάτα χαμόγελα
για μια λήθη μεθυσμένη
που σε άφησε να φύγεις και πρέπει να χαίρεται γι αυτό.
Η ζωή συνεχίζει το δικό της δρόμο, κάθε μαράζι καυτό,
με μέλι και με τον καιρό γλυκαίνει και κρυώνει.
Και κάποτε ξεχνιέται .. μένει μόνο η αίσθηση της τότε γεύσης να αναπολείς..

Στις αλλαγές του καιρού, καθώς σφίγγεις το παλτό πάνω σου κοιτώντας
το θολό τζάμι από το κρύο, γυρνάς συνειδητά στον υπάλληλο της καφετέριας και ζητάς
«τσάι του βουνού μήπως έχετε;»
χαμογελάς παίρνοντας μία απάντηση που δεν σε ικανοποιεί..
δεν είναι αυτή που θα ήθελες να ακούσεις..
Δεν υπάρχει πια ανάμεσα σου αυτό που θα ήθελες..
γίνεται σιγά σιγά όλο και πιο δυσεύρετο..
θα συνηθίσεις…
θα πάψεις να ζητάς…
κάποια στιγμή θα ξεχάσεις να αναπολείς το τσάι του βουνού
και τον άνεμό σου..
Και η ζωή θα συνεχίσει την γλυκιά μεθυσμένη της ρότα
!