Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Πέτρος

Μια ιστορία σκέφτηκε να φτιάξει. Μια ιστορία που να μιλάει για πάθος, για αγάπη αλλά και για καημό. Το στέρνο του να γεμίσει από ανεκπλήρωτα όνειρα, ελπίδες που χάθηκαν , που ξεχάστηκαν με τον καιρό. Και να την πει, να την ομολογήσει στην θάλασσα.
Κάθε μέρα στο ίδιο σημείο, καθισμένος μπροστά από το στρογγυλό τραπεζάκι του μπαλκονιού του.Με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί συντροφιά. Ήταν από τους τυχερούς , μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα από το σπίτι. Έτσι κάθε απόγευμα λίγο μετά το σούρουπο, καθόταν εκεί μπροστά από το σιδερένιο τραπεζάκι και μάζευε τις σκέψεις του. Ο ήλιος έδυε δίνοντας στον ορίζοντα κάθε φορά και ένα διαφορετικό χρώμα. Άλλοτε τον έντυνε σε χρυσοκόκκινα υφάσματα, άλλες φορές σε πορφυρά και άλλες σε μαβιά θέλοντας να τραβήξει την προσοχή. Κι εκείνος πάντα εκεί, καθημερινός παρατηρητής, θαυμαστής του κάλλους.. Γέμιζε τα μάτια και την ψυχή με χρώματα.
Μα σήμερα ήταν διαφορετικά. Κάτι αόριστο υπήρχε, μόνο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς ήταν αυτό. Μόλις είχε βγεί από το μπάνιο και είχε φορέσει το αγαπημένο του τζην και μία μαύρη μπλούζα. Ξυπόλητος ακόμα, σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Γύρισε απότομα και κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι. Κάθισε βιαστικά στην σιδερένια μικροσκοπική καρέκλα και κοίταγε επίμονα πότε το μισό- άδειο ποτήρι με κρασί και πότε στο κενό.
Μια μυρωδιά γνωστή πλανιόταν γύρω του. Μια μυρωδιά που τον έκανε να ανατριχιάσει, ζωντάνεψε την θύμηση και τον ταρακούνησε σαν να τον είχε χτυπήσει ρεύμα. Το άρωμά της...
Λες να είναι αυτή; Μα πως; Πάνε δύο χρόνια; Μπορεί και πιο πολύ.. Μέσα στα μάτια του, μπροστά στο ποτήρι θολή η εικόνα της. Προσπαθούσε να την θυμηθεί να χαμογελά. Τα μελιά μάτια της όλο φως τα είχε τώρα μπροστά του. Δεν χρειάστηκε και πολύ κόπο τελικά για να αναπολήσει στιγμές και λόγια..
Και ένας καημός ανέβηκε στο στήθος του. Την αγαπούσε πολύ.., τον είχε παρασύρει μαζί της σε πρωτόγνωρες καταστάσεις. Όλα είχαν γίνει ξαφνικά, θυμάται τότε. Τυχαία την γνώρισε, πολύ γρήγορα έγιναν ζευγάρι , πολύ γρήγορα χωρίσανε. Άραγε πόσο καιρό είχε να μάθει νέα της. Και τότε θυμόταν, ότι ήθελε να ξαναγυρίσει κοντά της αλλά οι καταστάσεις μπλεχτήκανε και στο τέλος όλα ξεχάστηκαν..
Άραγε να μένει ακόμα σε 'κείνο το μικρό σπιτάκι με τους γονείς της; Να έχει τελειώσει το πτυχίο της; Ήθελε και να παντρευτεί -θυμάται του έλεγε τότε-, ήθελε να αποκτήσει οικογένεια.
Οι αναπνοές του τώρα είχαν σημάδια από κούραση, βγαίνανε αργά από θλίψη. Καθώς έδυε ο ήλιος λίγο πριν εξαφανιστεί και δώσει τη θέση του στη σελήνη του είχε χαρίσει τόσες αναμνήσεις. Σήμερα το βράδυ θα πέρναγε από το σπίτι της, από εκείνη την παλιά γειτονιά να δει αν υπήρχαν φώτα στην αυλή της και το μικρό σαραβαλάκι απ' έξω. Να της πεί μία "καληνύχτα"..

Δεν υπάρχουν σχόλια: