Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Bruce Dickinson-Arc of space

There, on a lonely desert hilltop
The pilgrims huddle closer
Waiting for a sign, the coming silver shrine
The arc of space and time

Truth, oh, the truth is never clear
Perhaps again next year
The hope lives on beneath the blazing sun
One day youll come

In my heart I reach you
In my heart I reach out to you
In my heart I touch the face of god
In my dreams somehow...

In my heart I reach you
In my heart I reach out to you
In my heart I touch the face of god
Its all a dream...

In my heart I reach you
In my heart I reach out to you
In my heart I touch the face of god
Its all a dream, somehow...

Truth, oh, the truth is never clear
Perhaps again next year
The hope lives on beneath the blazing sun
One day youll come

video

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Λίγο από την γιαγιά μου και το σπίτι της... μου λείπεις..

Άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στον ασβεστωμένο τοίχο και στην ερειπωμένη , άλλοτε μπλε πόρτα.

Ήταν εκεί , εκεί που ήθελε να είναι πάντα.. στο σπίτι που έμενε η γιαγιά της κάποτε.

Ότι είχε απομείνει τουλάχιστον από αυτό και από την ζωή που μαρτυρούσε.

Όσα λεπτά χρειάζονται για να ξελυθεί μια στιγμή από κόμπο ναυτικό, είναι τα λεπτά που θέλει η ψυχή για να ταξιδέψει σε κάθε σπιθαμή του χώρου αυτού.. να ακουμπήσει τους τοίχους, να σαλέψει τα δέντρα, να φιλήσει το χώμα.. να δει με τα μάτια της μνήμης την γιαγιά της να την περιμένει, και κείνη μικρό κοριτσάκι ακόμα να τρέχει με ορμή και να πέφτει στα πόδια της, να την αγκαλιάζει και να της ζητά λουκουμάκια και καραμέλες να γεμίσει τα χέρια της. Και άλλοτε πάλι κορίτσι του δημοτικού και του γυμνασίου να γυρνάει σε αυτήν την αυλή να κρέμεται από τη λεμονιά, να παίζει με τα νερά , με τα κουνέλια της , να ποτίζει τα λουλούδια και να νοιώθει ότι βρίσκεται στον παράδεισο. Γιατί αυτό αντιπροσώπευε το σπίτι της γιαγιάς της, ένα μικρό παράδεισο, και η γιαγιά της ήταν ο άγγελος της!!


Όλα ήταν εδώ τώρα πια, όπως θα μπορούσαν να παραμείνουν με το πέρασμα του χρόνου και την εγκατάλειψη των ανθρώπων.. όμως στα μάτια της το μέρος αυτό δεν άλλαζε με τίποτα, ακόμα και η γιαγιά της ήτανε εκεί.. η ψυχή της ταξίδευε κάτω από την σκιά της λεμονιάς τα μεσημέρια, γυρνούσε γύρω από της στάλες του νερού που έσταζαν υπομονετικά από την βρύση στην αυλή και έλαμπε, έλαμπε μαγευτικά στις ακτίνες του ηλίου.


Άλλοτε κυρίως την Άνοιξη έβρισκε την ψυχή της γιαγιάς της στην πίσω αυλή, γύρω από τα λευκά άνθη της κορομηλιάς. Ο αέρας σάλευε τα κλαδιά της και πάντα κάτι της σιγο ψιθύριζε στο αυτί από την αγάπη της. Ευχές για καλή τύχη, χάδι στα μαλλιά..


Τώρα πια η λεμονιά είχε στερηθεί πολύ νερό από ότι φαινόταν γιατί είχε χαθεί το έντονο πράσινο χρώμα της και είχε μαραζώσει, τα λουλούδια ακόμα και οι γλάστρες.. της φάνηκε ότι είχαν αραιώσει σημαντικά, ο ταλαιπωρημένος φίκος την περίμενε στην γωνία υπομονετικά, καθώς έπεφτε το φως πάνω του φάνταζε ακόμα πιο δεσποτικός μέσα στην αυλή.. Άρχοντας που ξέμεινε στο χρόνο.. να θυμίζει το χρόνο που πέρασε να προσμένει το χρόνο που θα ‘ρθει, τι στιγμές θα φέρει!


Κοίταξε λίγο πιο μέσα, ακόμα και οι κρίνοι ήταν κι αυτοί εκεί. Πριν διαλέξει να ξεδιπλώσει την ψυχή της, επέλεξε να δώσει στο μέρος λίγη από την προσοχή της, μάζεψε τα μπατζάκια από το παντελόνι της, έπιασε βιαστικά τα μαλλιά της μ’ ένα κοκαλάκι και άνοιξε την βρύση!! Ο παράδεισος της χρειαζόταν μπόλικο νερό, για να ανασάνει και κείνος απαραίτητα. Έτσι κ έγινε! Στα επόμενα δέκα λεπτά.. το χώμα είχε γίνει πιο σκούρο καθώς ήταν βρεγμένο, οι γλάστρες ξεχειλίζανε από νερό, η λεμονιά είχε δροσιστεί και προσπαθούσε να αποθηκεύσει όσο πιο πολύ νερό μπορούσε ακόμα και τα φύλλα της, οι κρίνοι , ο δυόσμος γέμιζαν με αρώματα τον αέρα ανάμεσα στην υγρασία και όλα λάμπανε, γεμάτα χρώματα και δροσιά. Ο ήλιος φάνηκε να παιχνιδίζει μέσα στο βρεγμένο τοπίο τώρα πια, χαρούμενος όπως ήταν τις χάριζε μέσα στα μάτια της στιγμές παιδικότητας.. άλλοτε αληθινές.



Και εκεί στην γωνία, εκεί κοντά στον φίκο δίπλα στο νοτισμένο του χώμα, κοντά στις στάλες που τρέμανε από την κίνηση των φύλλων, την είδε.. ήταν εκεί και κείνη μαζί της. Χαρούμενη όπως πάντα, όπως κάθε φορά που την έβλεπε, υπομονετική σαν όλες τις γυναίκες της εποχής της, μα ξεχωριστή καθώς καμιά από όλες εκείνες τις κυρίες δεν μπορούσε να την φέρει πίσω κοντά της. Καμία δεν ήταν ΕΚΕΙΝΗ..


Καιρό τώρα την είχε χάσει. Θα ‘χαν περάσει χρόνια από κείνο το ξημέρωμα του Μαΐου που την ειδοποίησαν ότι δεν θα την ξαναδεί. Και έφυγε απότομα, τόσο γρήγορα που δεν μπόρεσε η Ζένια να μαζέψει λίγη αγάπη να της δώσει να πάρει μαζί της, να έχει συντροφιά.. Τόσο απότομα που την άφησε να μεγαλώσει μόνη της, χωρίς την στοργή της και την φροντίδα της, να υπομένει ένα σιωπηλό μαρτύριο.. την απουσία της. Παρηγοριά της πάντα είχε τις συζητήσεις που τις έστελνε με την καρδιά.


Γιαγιά μεγάλωσα, έλεγε η ψυχή της και ξεχείλιζε το παράπονο. Συνέχιζε να κάνει δουλειές μέσα στο παλιό πέτρινο σπίτι όμως συνάμα έδειχνε τι έκρυβε μέσα στην καρδιά. Τα λόγια της λυθήκανε σιγά σιγά, όπως και οι σκέψεις και τα προβλήματα. Μεγάλωσα μα ακόμα ανάκατα τα έχω στην καρδιά μου, και λύση δεν μπορώ να βρω. Πώς να σου μοιάσω όταν δεν ξέρω και εγώ η ίδια ποιο δρόμο θέλω να ακολουθήσω. Προς τα που να πάω και τι να ορίσω σαν κατόρθωμα για να το φτάσω. Ακόμα και η καρδιά μου τώρα τελευταία με προδίδει, δεν ελέγχω τα συναισθήματα μου.


Μου λείπεις γιαγιάκα ... θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω...
Βαρέθηκα να σε διαβάζω στα γραπτά μου.. θέλω να σε πάρω αγκαλιά.. πολλά ζητάω γαμώτο μου...
Έναν τόπο να έρχομαι να σε βρίσκω.. έναν τόπο.. τον έχασα κι αυτόν...

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

..


Είναι μέρες που δε φεύγουν ποτέ απ’ το μυαλό μου, που θυμάμαι κάθε τους μυρωδιά, κάθε σκέψη, κάθε παραπάνω χτύπο της καρδιάς. Μέρες που δεν κύλησαν, μα ξάπλωσαν πάω στην ψυχή μου σαν σφραγίδες, με κάθε τους στιγμή ατόφια και κρυστάλλινη να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μου, να τρέχει κατευθείαν στην καρδιά μου, να βουτιέται ολόγυμνη στη σκέψη μου, να γίνεται εγώ, να γίνομαι αυτή, για κείνη τη μικρή και φευγαλέα αιωνιότητα της διάρκειάς της. Μα είναι μυστήριο πράγμα οι στιγμές. Έχουν όλη τη δύναμη να σε ρουφήξουν και να χαθείς για πάντα μέσα τους, κι όμως ποτέ δε στέκονται αρκετά για να προλάβεις. Βουτούν ένα κομμάτι σου και τρέχουν στα έγκατά σου να κρυφτούν. Κι εκεί ματώνουν, στα σκοτάδια της ψυχής, εκεί ανθίζουν , εκεί σιγά κι αθόρυβα σε πλάθουν.

Μια τέτοια μέρα αποχαιρέτησα για πάντα τον παππού μου- αν ποτέ υπάρχουν αποχαιρετισμοί μ’ ανθρώπους που ‘ναι ένα με τα κύτταρα σου. Ένα Νοέμβριο, έντεκα χρόνια πριν. Ήμουν είκοσι χρονών. Έκανε κρύο; Περίεργο… αυτό δεν το θυμάμαι. Μα θυμάμαι το κλάμα μου.
Καθόμουν στα στασίδια της πρώτης σειράς. Μόνη, εγώ έτσι ένιωθα. Εγώ κι αυτός, εκεί, κέρινος και ξένος… Πως μου ‘χε φύγει τόσο ξαφνικά; Πως είχαν όλες μας οι μαγικές στιγμές χαθεί; Πως είχαν ξεχαστεί; Μετά πικροί καφέδες, παξιμάδια, σούσουρο… «Πόσο καιρό έχω να σε δω!...»
Όμως ξαφνικά, εκεί, πάνω στο κλάμα για το «αντίο» που δεν είχε προλάβει να πει, σαν ξαφνική παρηγοριά ήρθαν οι τελευταίες λέξεις που ‘χε σε ανύποπτη στιγμή προφτάσει να μου πει. Σηκώθηκα να φύγω βιαστική.
Βρέθηκα έξω απ’ την πόρτα του με την καρδιά μου να βουίζει από αναμνήσεις. Χίλιες αγκαλιές, χίλια τραγούδια, χίλιες βόλτες που τις σκέπαζε ο ήλιος κι η μυρωδιά απ’ τα δέντρα και τη θάλασσα, χίλια παραμύθια. Με χέρια που ‘τρεμαν γύρισα το κλειδί κι ο ήχος του μ’ έστειλε πίσω, στα μεσημέρια που τον περίμενα να μπει αγέρωχος και γελαστός, μ’ ένα τρυφερό πείραγμα στην άκρη της γλώσσας. Γεμίζαμε με τη γιαγιά μου όλο το σπίτι με φως, με μυρωδιές από το ζεστό φαγητό, από τα καθαρά σεντόνια, από το σαπούνι στα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα, κι όλο αγωνία τον περιμέναμε να μπει για να τους δώσει ζωή και να τα γεμίσει τραγούδια με τη βαριά μελωδική φωνή του.
Τώρα, αυτό το ίδιο σπίτι στεκόταν μπρος μου σαν μισογκρεμισμένο ιερό παλιού θεού που ‘χανε πάψει πια να τον πιστεύουν.
Τα γέλια, τα παιχνίδια, τα παραμύθια βαριές σκιές πάνω στα σκονισμένα έπιπλα, που θα ‘λιωναν σε μια χωματερή ή στην καρότσα κάποιου παλιατζή.
Λες και πεθαίνουν και τα σπίτια μαζί με τις ψυχές που τα κατοικούν.

Είναι κάποιες μέρες που από μόνες τους ντύνονται επίσημα, φοράνε μαυρό κουστούμι και γραβάτα, και γυρνάνε στο μυαλό σου, έχοντας στο πέτο ένα λουλούδι. Δεν βλέπεις πρόσωπο, μόνο την εικόνα από ένα κορμί, δεν βλέπεις εκφράσεις, μόνο δυο ξένα χέρια..
Μέσα στη βδομάδα που πέρασε γκρεμίστηκε το σπίτι της γιαγιάς μου! Για να φτιαχτεί κάτι καλύτερο , κάτι ομορφότερο, να δώσει τροφή και όνειρα σε μια αγαπημένη οικογένεια!
Είναι μέρες που απλά περνάνε, για να περάσουν ,, και να δώσουν την αφετηρία για κάτι άλλο, κάτι καινούργιο.. μέρες που αυτό το ίδιο και το ίδιο πράγμα τριγυρνάει μέσα στο μυαλό μου και θέλει να το καταθέσω.. Μέρες που θέλω να ξαναγίνω παιδί.. για να βρεθώ μαζί σου


( απόσπασμα από το μυθιστόρημα " Είναι που δεν χωρώ σε ξένα όνειρα" )