Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009


Το κεράκι άναψε, πάνω του μια καμπύλη.. μέσα της να ρέει νερό και έλαια… λεβάντα να χαλαρώσει να ταξιδέψει, δυόσμο και βασιλικό.. θυμάρι έλειπε τροφή για τα όνειρα να έχει… και η μουσική κύλησε μέσα στην ψυχή της. Νότες πλημμύρισαν την καρδιά της, της χάιδευαν το λαιμό, σε εκείνο το μικρό και ευαίσθητο σημείο πίσω από τα αφτιά. Χάδι αντρικό..

Ποταμάκι που σχηματίστηκε οι σκέψεις της… συννεφιά και ήλιος μαζί… μία να βρέχει ,μία να λάμπει η πλάση γύρω της .. και κείνη εκεί… κολλημένη… αποφασισμένη να μείνει εκεί.. Εκεί που λένε όλοι όχι.. εκεί που λένε ότι είναι μάταιο. Αυτός αξίζει… εκείνη το ξέρει… πρέπει να αξίζει.

Δίπλα της ένα κοχύλι κάτασπρο, δώρο από κάποιο νησί του καλοκαιριού.. εκείνα τα νησάκια που τα διακρίνεις από μακριά… σπιτάκια ασβεστωμένα, ψαροχώρια διάσπαρτα και ο Θεός να ευφραίνεται την σιγαλιά συντροφιά με τα κύματα και τους γλάρους του.. Να του φέρνουν τα μαντάτα του πελάγους.. από ανθρώπους ναυτικούς και από καημούς , ναυαγισμένες καρδιές.

Το κοχύλι της σταθερό, ακούνητο στο σημείο που χρειαζόταν για να της κρατάει συντροφιά.. Θα πρέπει να γεννήθηκε στη θάλασσα ή εκεί να θέλει να καταλήξει.. τόση η αγάπη της, τόσα τα όνειρα της για εκείνο το γαλάζιο… Μέσα του ακόμα ο ήχος της θάλασσας μελωδικά την καλεί εκεί…

Μέρα νύχτα… το ίδιο τραγούδι .. η ίδια μελωδία..

Πάνω.. λίγο πιο ψηλά από το πρόσωπο της ένα παραθύρι.. γαλάζιο και αυτό… και δυο φανοστάτες με κεράκια.. το βράδυ να ανάβουν να δείχνουν το δρόμο του γυρισμού, στις σκέψεις, τα όνειρα και στις ψυχές.. Να φέγγουν ζεστά, να δείχνουν το σπιτικό…

Αξίζει...



video

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Θέλω..


Θέλω πίσω
..... την ανεμελιά μου ! ! ! !

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Καλαμάτα ταξιδάκι μου

Έγραφα στο τετράδιο μου ότι οι στιγμές τελειώσανε… ότι μία μία θα πέρναγα τις στιγμές θα τις αγαπούσα και θα τις κράταγα φυλαχτό στην καρδιά μου…

Το άγχος με είχε συνεπάρει , σε κουβούκλιο είχα κλείσει την καρδιά μου μην τυχόν και πληγωθώ… σε κοίταγα και οι σκέψεις μου τρέχανε, δεν προλάβαινα να σε χορτάσω γιατί η απουσία ήδη μου θύμιζε τα όσα θα χάσω…

Σ’ αγαπώ… όσο μπορώ να σε αγαπήσω , και όσο μ αφήνεις εσύ να αισθανθώ…

Σε νοιάζομαι… πιο πολύ από την εγωιστική πλευρά μου, τη γκρίνια μου το πείσμα μου την ξεροκεφαλιά μου… σε νοιάζομαι και θέλω μονάχα εσύ να είσαι καλά.!

Στο πείσμα σου και στην ματιά σου, βρήκα την προσοχή που ήθελα, στην αγκαλιά σου τα χάδια σου αυτά που κρυφά ζητούσα… Ξημέρωσε και ακόμα όρθιοι είμαστε στη μέση του πουθενά… να με κρατάς αγκαλιά να ακουμπώ πάνω σου , να σου φιλώ τα χέρια που πλαισιώνουν τους ώμους μου.. να μου μυρίζεις τα μαλλιά…

Ο άνεμος κοιμήθηκε και η θάλασσα υδάτινο χαλί στα πόδια μας!!! Ο ήλιος ξύπνησε , δειλά μας κοίταξε και κοκκίνισε και αυτός, όλα σε γαλάζιο, ροζ και κόκκινο… Σε νοιάζομαι γιατί είσαι εσύ, ο άνθρωπός μου! Δεν σε βλέπω αλλά νοιώθω την ανάσα σου στον αυχένα μου.. Μείνε εδώ μαζί μου για πάντα θέλω να σου πω αλλά δεν τολμάω!

Ότι και να γίνει , εγώ είμαι ευτυχισμένη γιατί έζησα αυτή τη στιγμή γύρισα και σου είπα… δεν με νοιάζει τίποτα άλλο!
Τα μελαγχολικά σου μάτια χάθηκαν μέσα μου, αγγίξανε και την ψυχή μου!!!

Τώρα πια σε μια οθόνη , χαζεύω τις στιγμές μας, στη δουλειά κοντεύει 2… το μυαλό αυτοκίνητο ζητάει να φύγει να έρθει κοντά σου… εσύ έχεις μείνει εκεί… Μου λείπεις , μου λείπεις πολύ… αχόρταγη καρδιά που όλο ζητάει και άλλο .. κι άλλο από σένα…



video

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Καλοκαιράκι


-Θέλεις να γυρίσουμε;

-Ότι θέλεις εσύ, δε με νοιάζει.

-Τότε, θα σε πάω κάπου που θα σου αρέσει πολύ, είπε και ξεκίνησε βάζοντας ραδιόφωνο: «Να μπορούσα στα σύννεφα να ΄χα εγώ βενζινάδικο».

Μέχρι να τελειώσει το τραγούδι δε μίλησε κανείς. Ίσως είχαν ανέβει και οι δυο στα σύννεφα και αγόραζαν βενζίνη αυταπάτης δωρεάν.

-Ωραίο τραγούδι, είπε εκείνος.

-Η ελευθερία είναι πάντα γοητευτική!



http://www.youtube.com/watch?v=x2x0YCodk94


Πήρε το σούρουπο την παλέτα του και άρχισε να χρωματίζει τον ουρανό, κατηφόρισε σιγά σιγά μέχρι το απάγκιο λιμανάκι.. εκεί που σκάει το κύμα την τελευταία του δροσιά.. Πλατσούρισε σαν μικρό παιδί έχοντας διπλωμένα τα μπατζάκια από το τζην της...!!! Η ζεστή ματιά της που και που έψαχνε το δρόμο, περίμενε μουσαφήριδες...

Είμαι καλά και ευτυχισμένη απάντησε η φωνή της mircas...
στο σπίτι περιμένει ψαράκι τηγανητό, πατατούλες βραστές, χόρτα και κρασάκι για να φιλέψω όσους με ψάχνανε!!

Συνέχισε να τραγουδάει παίζοντας με το νερό...

"Να μπορούσα στα σύννεφα να ' χα εγώ βενζινάδικο,
στο κενό να κινδύνευα για τ' αστέρι μου τ' άδικο."

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Ημερολόγιο


Ανυπομωνώ σε κάτι αληθινό...
Σ' ένα σ' αγαπώ..

Του κλείδωνα θα ορίσω τη μέρα.. θα σιωπήσω και θα περιμένω να ακούσω το πρώτο όνομα αντρικό που θα προφέρει κάποιος , ύστερα θα κοιτάξω τον ουρανό και θα ευχηθώ.. να 'ναι ο αγαπημένος μου..

Τρίτη 05-05-09

Η Δευτέρα δεν τελείωσε έτσι.. Είχε αγάπη μέσα της, είχε πράγματα που αξίζανε.. Πήρα τηλέφωνο τον Παναγιώτη μου, ήθελα να είμαι με ανθρώπους που αγγίζουνε την καρδιά μου, απάντησε αμήχανα.. δεν ήταν ο Παναγιώτης που ήξερα.. κάτι συμβαίνει, θέλω πολύ να τον δω...

Πήρα τηλέφωνο το παπί μετά.. μιλήσαμε λίγο μου είπε ότι θα με έπαιρνε τηλέφωνο το βράδυ να τα πούμε.. Περίμενα αυτή τη συνάντηση πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Τα λόγια του πάντα μιλάγανε μες στην καρδιά μου.. γιατρικό, χάδι ψυχής, γάζα να επουλωθεί κάποιο παλιό χτύπημα και φροντίδα μαζί...

Βρήκε..
Βρήκε την Ειρήνη μέσα μου, και ας την είχα τόσο καλά κρυμμένη, και ας μην μπορούσα εγώ η ίδια να την βρω.. Βρήκε.. βρήκε το πρόβλημα και το καθάρισε από τη σκόνη, τακτοποίησε ένα δύο πραγματάκια, μονοπάτι να μου φτιάξει να μπορώ να βαδίσω μόνη μου προς τα εκεί! Τίναξε τα χέρια του χτυπώντας τα ρυθμικά, μου έριξε στα χέρια το πιο ζεστό χαμόγελο που υπήρχε και είπε.. να ΄σαι.. αυτή είσαι.. εδώ είναι ο χώρος σου.. το θέμα είναι να τακτοποιήσεις και να τον διαμορφώσεις όπως εσύ θέλεις.. Εγώ απλά σε βρήκα γιατί δεν σε έχασα ποτέ..!
Χαμογελώ.. γιατί με βρήκα... δώρο για την γιορτή μου!!!

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Bruce Dickinson-Arc of space

There, on a lonely desert hilltop
The pilgrims huddle closer
Waiting for a sign, the coming silver shrine
The arc of space and time

Truth, oh, the truth is never clear
Perhaps again next year
The hope lives on beneath the blazing sun
One day youll come

In my heart I reach you
In my heart I reach out to you
In my heart I touch the face of god
In my dreams somehow...

In my heart I reach you
In my heart I reach out to you
In my heart I touch the face of god
Its all a dream...

In my heart I reach you
In my heart I reach out to you
In my heart I touch the face of god
Its all a dream, somehow...

Truth, oh, the truth is never clear
Perhaps again next year
The hope lives on beneath the blazing sun
One day youll come

video

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Λίγο από την γιαγιά μου και το σπίτι της... μου λείπεις..

Άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στον ασβεστωμένο τοίχο και στην ερειπωμένη , άλλοτε μπλε πόρτα.

Ήταν εκεί , εκεί που ήθελε να είναι πάντα.. στο σπίτι που έμενε η γιαγιά της κάποτε.

Ότι είχε απομείνει τουλάχιστον από αυτό και από την ζωή που μαρτυρούσε.

Όσα λεπτά χρειάζονται για να ξελυθεί μια στιγμή από κόμπο ναυτικό, είναι τα λεπτά που θέλει η ψυχή για να ταξιδέψει σε κάθε σπιθαμή του χώρου αυτού.. να ακουμπήσει τους τοίχους, να σαλέψει τα δέντρα, να φιλήσει το χώμα.. να δει με τα μάτια της μνήμης την γιαγιά της να την περιμένει, και κείνη μικρό κοριτσάκι ακόμα να τρέχει με ορμή και να πέφτει στα πόδια της, να την αγκαλιάζει και να της ζητά λουκουμάκια και καραμέλες να γεμίσει τα χέρια της. Και άλλοτε πάλι κορίτσι του δημοτικού και του γυμνασίου να γυρνάει σε αυτήν την αυλή να κρέμεται από τη λεμονιά, να παίζει με τα νερά , με τα κουνέλια της , να ποτίζει τα λουλούδια και να νοιώθει ότι βρίσκεται στον παράδεισο. Γιατί αυτό αντιπροσώπευε το σπίτι της γιαγιάς της, ένα μικρό παράδεισο, και η γιαγιά της ήταν ο άγγελος της!!


Όλα ήταν εδώ τώρα πια, όπως θα μπορούσαν να παραμείνουν με το πέρασμα του χρόνου και την εγκατάλειψη των ανθρώπων.. όμως στα μάτια της το μέρος αυτό δεν άλλαζε με τίποτα, ακόμα και η γιαγιά της ήτανε εκεί.. η ψυχή της ταξίδευε κάτω από την σκιά της λεμονιάς τα μεσημέρια, γυρνούσε γύρω από της στάλες του νερού που έσταζαν υπομονετικά από την βρύση στην αυλή και έλαμπε, έλαμπε μαγευτικά στις ακτίνες του ηλίου.


Άλλοτε κυρίως την Άνοιξη έβρισκε την ψυχή της γιαγιάς της στην πίσω αυλή, γύρω από τα λευκά άνθη της κορομηλιάς. Ο αέρας σάλευε τα κλαδιά της και πάντα κάτι της σιγο ψιθύριζε στο αυτί από την αγάπη της. Ευχές για καλή τύχη, χάδι στα μαλλιά..


Τώρα πια η λεμονιά είχε στερηθεί πολύ νερό από ότι φαινόταν γιατί είχε χαθεί το έντονο πράσινο χρώμα της και είχε μαραζώσει, τα λουλούδια ακόμα και οι γλάστρες.. της φάνηκε ότι είχαν αραιώσει σημαντικά, ο ταλαιπωρημένος φίκος την περίμενε στην γωνία υπομονετικά, καθώς έπεφτε το φως πάνω του φάνταζε ακόμα πιο δεσποτικός μέσα στην αυλή.. Άρχοντας που ξέμεινε στο χρόνο.. να θυμίζει το χρόνο που πέρασε να προσμένει το χρόνο που θα ‘ρθει, τι στιγμές θα φέρει!


Κοίταξε λίγο πιο μέσα, ακόμα και οι κρίνοι ήταν κι αυτοί εκεί. Πριν διαλέξει να ξεδιπλώσει την ψυχή της, επέλεξε να δώσει στο μέρος λίγη από την προσοχή της, μάζεψε τα μπατζάκια από το παντελόνι της, έπιασε βιαστικά τα μαλλιά της μ’ ένα κοκαλάκι και άνοιξε την βρύση!! Ο παράδεισος της χρειαζόταν μπόλικο νερό, για να ανασάνει και κείνος απαραίτητα. Έτσι κ έγινε! Στα επόμενα δέκα λεπτά.. το χώμα είχε γίνει πιο σκούρο καθώς ήταν βρεγμένο, οι γλάστρες ξεχειλίζανε από νερό, η λεμονιά είχε δροσιστεί και προσπαθούσε να αποθηκεύσει όσο πιο πολύ νερό μπορούσε ακόμα και τα φύλλα της, οι κρίνοι , ο δυόσμος γέμιζαν με αρώματα τον αέρα ανάμεσα στην υγρασία και όλα λάμπανε, γεμάτα χρώματα και δροσιά. Ο ήλιος φάνηκε να παιχνιδίζει μέσα στο βρεγμένο τοπίο τώρα πια, χαρούμενος όπως ήταν τις χάριζε μέσα στα μάτια της στιγμές παιδικότητας.. άλλοτε αληθινές.



Και εκεί στην γωνία, εκεί κοντά στον φίκο δίπλα στο νοτισμένο του χώμα, κοντά στις στάλες που τρέμανε από την κίνηση των φύλλων, την είδε.. ήταν εκεί και κείνη μαζί της. Χαρούμενη όπως πάντα, όπως κάθε φορά που την έβλεπε, υπομονετική σαν όλες τις γυναίκες της εποχής της, μα ξεχωριστή καθώς καμιά από όλες εκείνες τις κυρίες δεν μπορούσε να την φέρει πίσω κοντά της. Καμία δεν ήταν ΕΚΕΙΝΗ..


Καιρό τώρα την είχε χάσει. Θα ‘χαν περάσει χρόνια από κείνο το ξημέρωμα του Μαΐου που την ειδοποίησαν ότι δεν θα την ξαναδεί. Και έφυγε απότομα, τόσο γρήγορα που δεν μπόρεσε η Ζένια να μαζέψει λίγη αγάπη να της δώσει να πάρει μαζί της, να έχει συντροφιά.. Τόσο απότομα που την άφησε να μεγαλώσει μόνη της, χωρίς την στοργή της και την φροντίδα της, να υπομένει ένα σιωπηλό μαρτύριο.. την απουσία της. Παρηγοριά της πάντα είχε τις συζητήσεις που τις έστελνε με την καρδιά.


Γιαγιά μεγάλωσα, έλεγε η ψυχή της και ξεχείλιζε το παράπονο. Συνέχιζε να κάνει δουλειές μέσα στο παλιό πέτρινο σπίτι όμως συνάμα έδειχνε τι έκρυβε μέσα στην καρδιά. Τα λόγια της λυθήκανε σιγά σιγά, όπως και οι σκέψεις και τα προβλήματα. Μεγάλωσα μα ακόμα ανάκατα τα έχω στην καρδιά μου, και λύση δεν μπορώ να βρω. Πώς να σου μοιάσω όταν δεν ξέρω και εγώ η ίδια ποιο δρόμο θέλω να ακολουθήσω. Προς τα που να πάω και τι να ορίσω σαν κατόρθωμα για να το φτάσω. Ακόμα και η καρδιά μου τώρα τελευταία με προδίδει, δεν ελέγχω τα συναισθήματα μου.


Μου λείπεις γιαγιάκα ... θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω...
Βαρέθηκα να σε διαβάζω στα γραπτά μου.. θέλω να σε πάρω αγκαλιά.. πολλά ζητάω γαμώτο μου...
Έναν τόπο να έρχομαι να σε βρίσκω.. έναν τόπο.. τον έχασα κι αυτόν...

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

..


Είναι μέρες που δε φεύγουν ποτέ απ’ το μυαλό μου, που θυμάμαι κάθε τους μυρωδιά, κάθε σκέψη, κάθε παραπάνω χτύπο της καρδιάς. Μέρες που δεν κύλησαν, μα ξάπλωσαν πάω στην ψυχή μου σαν σφραγίδες, με κάθε τους στιγμή ατόφια και κρυστάλλινη να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μου, να τρέχει κατευθείαν στην καρδιά μου, να βουτιέται ολόγυμνη στη σκέψη μου, να γίνεται εγώ, να γίνομαι αυτή, για κείνη τη μικρή και φευγαλέα αιωνιότητα της διάρκειάς της. Μα είναι μυστήριο πράγμα οι στιγμές. Έχουν όλη τη δύναμη να σε ρουφήξουν και να χαθείς για πάντα μέσα τους, κι όμως ποτέ δε στέκονται αρκετά για να προλάβεις. Βουτούν ένα κομμάτι σου και τρέχουν στα έγκατά σου να κρυφτούν. Κι εκεί ματώνουν, στα σκοτάδια της ψυχής, εκεί ανθίζουν , εκεί σιγά κι αθόρυβα σε πλάθουν.

Μια τέτοια μέρα αποχαιρέτησα για πάντα τον παππού μου- αν ποτέ υπάρχουν αποχαιρετισμοί μ’ ανθρώπους που ‘ναι ένα με τα κύτταρα σου. Ένα Νοέμβριο, έντεκα χρόνια πριν. Ήμουν είκοσι χρονών. Έκανε κρύο; Περίεργο… αυτό δεν το θυμάμαι. Μα θυμάμαι το κλάμα μου.
Καθόμουν στα στασίδια της πρώτης σειράς. Μόνη, εγώ έτσι ένιωθα. Εγώ κι αυτός, εκεί, κέρινος και ξένος… Πως μου ‘χε φύγει τόσο ξαφνικά; Πως είχαν όλες μας οι μαγικές στιγμές χαθεί; Πως είχαν ξεχαστεί; Μετά πικροί καφέδες, παξιμάδια, σούσουρο… «Πόσο καιρό έχω να σε δω!...»
Όμως ξαφνικά, εκεί, πάνω στο κλάμα για το «αντίο» που δεν είχε προλάβει να πει, σαν ξαφνική παρηγοριά ήρθαν οι τελευταίες λέξεις που ‘χε σε ανύποπτη στιγμή προφτάσει να μου πει. Σηκώθηκα να φύγω βιαστική.
Βρέθηκα έξω απ’ την πόρτα του με την καρδιά μου να βουίζει από αναμνήσεις. Χίλιες αγκαλιές, χίλια τραγούδια, χίλιες βόλτες που τις σκέπαζε ο ήλιος κι η μυρωδιά απ’ τα δέντρα και τη θάλασσα, χίλια παραμύθια. Με χέρια που ‘τρεμαν γύρισα το κλειδί κι ο ήχος του μ’ έστειλε πίσω, στα μεσημέρια που τον περίμενα να μπει αγέρωχος και γελαστός, μ’ ένα τρυφερό πείραγμα στην άκρη της γλώσσας. Γεμίζαμε με τη γιαγιά μου όλο το σπίτι με φως, με μυρωδιές από το ζεστό φαγητό, από τα καθαρά σεντόνια, από το σαπούνι στα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα, κι όλο αγωνία τον περιμέναμε να μπει για να τους δώσει ζωή και να τα γεμίσει τραγούδια με τη βαριά μελωδική φωνή του.
Τώρα, αυτό το ίδιο σπίτι στεκόταν μπρος μου σαν μισογκρεμισμένο ιερό παλιού θεού που ‘χανε πάψει πια να τον πιστεύουν.
Τα γέλια, τα παιχνίδια, τα παραμύθια βαριές σκιές πάνω στα σκονισμένα έπιπλα, που θα ‘λιωναν σε μια χωματερή ή στην καρότσα κάποιου παλιατζή.
Λες και πεθαίνουν και τα σπίτια μαζί με τις ψυχές που τα κατοικούν.

Είναι κάποιες μέρες που από μόνες τους ντύνονται επίσημα, φοράνε μαυρό κουστούμι και γραβάτα, και γυρνάνε στο μυαλό σου, έχοντας στο πέτο ένα λουλούδι. Δεν βλέπεις πρόσωπο, μόνο την εικόνα από ένα κορμί, δεν βλέπεις εκφράσεις, μόνο δυο ξένα χέρια..
Μέσα στη βδομάδα που πέρασε γκρεμίστηκε το σπίτι της γιαγιάς μου! Για να φτιαχτεί κάτι καλύτερο , κάτι ομορφότερο, να δώσει τροφή και όνειρα σε μια αγαπημένη οικογένεια!
Είναι μέρες που απλά περνάνε, για να περάσουν ,, και να δώσουν την αφετηρία για κάτι άλλο, κάτι καινούργιο.. μέρες που αυτό το ίδιο και το ίδιο πράγμα τριγυρνάει μέσα στο μυαλό μου και θέλει να το καταθέσω.. Μέρες που θέλω να ξαναγίνω παιδί.. για να βρεθώ μαζί σου


( απόσπασμα από το μυθιστόρημα " Είναι που δεν χωρώ σε ξένα όνειρα" )

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Μια ιστοριούλα..

Αν η θλίψη μετριέται με δάκρυα τότε εγώ δεν είμαι..
Ποιος μπορεί να μου πει , τι είχα, τι έχασα.. ,
τι έφυγε ,τι παρέμεινε.. Σαν το ρύζι.. ρίζωσα ή χάθηκα..;


Το μόνο που θυμάμαι πιο πολύ απ’ όλα είναι που ήθελα να πετάξω, και να τώρα η ευχή μου γινόταν πραγματικότητα.
Από λεπτό σε λεπτό θα πετούσα.. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί για κάποιο λόγο και μένα με κρατούσαν ανάμεσα στα χέρια τους πολύτιμο θησαυρό.. Ευχή με νόημα.

Ήξερα, είχε έρθει η ώρα.., πρόσωπα χαμογελούσαν , φώτα άστραφταν κι εγώ ήμουν εκεί.. στην μέση των πάντων.. να ανυπομονώ, να κοιτάζω το χρόνο που περνούσε σαν πολύτιμο ρουμπίνι. Κοκκίνιζαν τα μαγουλά μου από την αγωνία και γέμιζε με στάλες ιδρώτα το μικροκαμωμένο μου περίβλημα. Αφού φοβόμουν μην λερωθώ έτσι άσπρο άσπρο που ήμουνα.

Κι ύστερα επικράτησε σιγή για λίγο, έπειτα κάτι ειπώθηκε χαρμόσυνα και
ουπςςςςς..
βρέθηκα να πετάωωωω… ψηλάαααα … πολύ ψηλάααα και μακριάαα,
λίγο ακόμη ήθελα και θα έφτανα.. λίγο ακόμη.
Κι άρχισα να πέφτω, να γεμίζω ευχές σαν βροχή το ζευγάρι.. κι όλοι χαμογελούσαν κι έριχναν κι άλλο ρύζι… και.. εγώ βρέθηκα στο έδαφος. Γιατί όσο πιο ψηλά πετάς τόσο πιο μεγάλη είναι η πτώση. Εγώ είχα κάνει το όνειρο μου πραγματικότητα, ναι , το είχα ζήσει!!
«και μετά…; και μετά..;;»

«βάλε μια μπουκίτσα στο στόμα και θα σου πω..»

Δεν θυμάμαι πολλά, έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει έξω, συγγενείς πήραν τα πιο πολλά λουλούδια και τέλος τα φώτα χαμήλωσαν.
Η ένδοξη στιγμή είχε φτάσει στο τέλος της.. Δεν είχα καταλάβει τι παραπάνω ήθελα να γίνει.. Η νεαρή κοπέλα άπλωσε τα δυο της χέρια και σήκωσε απαλά το λευκό μεταξωτό φόρεμα απ’ το μάρμαρο. Στριμώχτηκε τρυφερά στην αγκαλιά του συνοδού της που την περίμενε, έπρεπε να φύγουν . Γύρισε και κοίταξε το εσωτερικό, τα φώτα είχα χαμηλώσει πια κατά πολύ, στη μέση ένα τραπέζι, το λευκό τραπεζομάντιλο, πάνω του σκόρπια λουλούδια, ρύζι, δυο τρία κουφέτα.. γύρω οι εικόνες και το φως των κεριών.

Όλα είχαν άρωμα ευτυχίας.

«Σε ευχαριστώ» τόλμησε να πει και κοίταξε ευθεία στο Ιερό, ύστερα χαμογέλασε στον συνοδό της και φύγανε αγκαλιασμένοι. Δεν κατάφερε να με δει εκεί κάτω ανάμεσα στα υπόλοιπα.. Δίπλα μου βρισκόταν μια μισολιωμένη γαρδένια που αρνιόταν πεισματικά να παραδεχτεί ότι θα απουσίαζε πια από την γλάστρα και συνέχιζε να αναδύει την υπέροχη μυρωδιά της. Xυμένα ρύζια εδώ και εκεί.. που και που κουφέτα και λουλούδια.

Στάθηκα λιγάκι ακίνητο να συντονίσω τις σκέψεις μου. Το μονοπάτι από το λιγοστό φως των κεριών μου έδειχνε το μέρος που στεκόταν αμίλητη εκείνη η καλή κυρία στην εικόνα.Τόσο υπομονετική, τόσο ήρεμη.. μητέρα όλου του κόσμου. Θυμήθηκα ότι σε εκείνη προσευχόμουνγια να πετάξω μια φορά ψηλά στον ουρανό. Και να που με είχε ακούσει.

Όμως τώρα πια στο μυαλό μου όλα ήταν μπερδεμένα. Δεν ήξερα τι άλλο θα μπορούσα να κάνω από δω και πέρα. Τι να ζητούσα από την γλυκιά κυρία.. Το περίβλημα μου γυάλιζε κάτω από το φως των κεριών.. άστραφτα.. μπορεί να είχα λερωθεί λιγάκι με την πτώση μου, αλλά το κορμάκι μου ήταν ακόμη δυνατό, ακτινοβολούσε όλη εκείνη την ένταση , εικόνα μωσαϊκού φάνταζε το μάρμαρο που είχε γεμίσει , αταίριαστο ταίριασμα..και εγώ σκεφτόμουν που θα θελα να ταιριάξω;
η στιγμή είχε περάσει.. αλλά εγώ δεν ήθελα να την αφήσω..
Και η ευχή έγινε ξανά, σαν προσευχή από ένα μικρό ρυζάκι..

«Να ‘μουνα και εγώ για μια φορά στη θέση της κοπέλας..»

«και μετά.. και μετά;;;»
«Και μετά μικρό μου Ευάκι , ήρθε η στιγμή που το μικρό ρυζάκι έγινε κοπέλα και σε λίγες μέρες θα παντρευτεί το θείο τον Άγγελο ! Πρόσεξε πολύ λοιπόν που θα πετάξεις κι εσύ ρυζάκι στη Ιωάννα μας γιατί ίσως και αυτό να έχει κάνει μια ευχούλα … Να όπως αυτή η κουταλίτσα φαγητό που σε ταΐζει η μαμά..» είπε η Ινώ.

«Τι μαμά; Τι ευχή έκανε αυτό το ρυζάκι;»

«Αυτό το ρυζάκι φαίνεται ότι σε αγαπάει πολύ και ζήτησε για να γίνει φαγάκι για να φάει το μικρό μου το αγγελούδι..Δεν θα χαλάσεις την ευχούλα του έτσι;; Μη μείνει παραπονεμένο;»

«Αααααα βρε μαμάαααα..» είπε η μικρούλα Εύα και άνοιξε αναγκαστικά το στοματάκι της..


Άλλη μια φορά που την είχε πείσει να φάει το φαγητό της με μια ωραία ιστοριούλα..

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

Γενέθλια !!!


Μεγάλωσα...

άλλο ένα χρόνο...

Ήθελα να κάνω αποχή.. αλλά δεν μπόρεσα!!!

Να είμαι κάλα, να είναι καλά όλοι όσοι αγαπώ και νοιάζομαι!!!!

θα σβήσω τα 25 κεράκια σε λίγο... σςςςςςς κάνω την ευχή μου τώρα!!

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Το κορίτσι της βροχής...


Α Γ Α Π Η 

Έφυγε από το σπίτι του με καινούργιο κουστούμι, γραβάτα και το άρωμα που λάτρευε η Φαίδρα. Στα χέρια του κρατούσε ένα κόσμημα για τον καρπό της μικρής. Πάνω σε μια χρυσή πλακέτα με καλλιγραφικά πλάγια γράμματα είχε βάλει να χαράξουν το όνομά της ΑΓΑΠΗ.
Ολόκληρο το απόγευμα ήταν διαποτισμένο από το άγχος του.


Μόνο μια τρέλα και μια γυναίκα, όπως η Φαίδρα, χρειαζόταν ο Κυριάκος. Μια τρέλα, μια γυναίκα και τίποτε άλλο.
Άλλωστε, εμπιστευόταν τη ροή των πραγμάτων, που γεννάει το νέο, το ελεύθερο και το καθημερινό.


Ρούφηξε τον καφέ του, άνοιξε την ντουλάπα και τακτοποίησε τα ρούχα της αγαπημένης του. Ρούχα που ήταν μπλεγμένα με τα δικά του για να την αισθάνεται κοντά του. Θαύμασε τα χρώματά της κι όταν εισέπραξε αυτό που ποθούσε, ησύχασε και ξεκίνησε.


Τόσο σημαντικό, όσο σημαντικό είναι να μη χάνεσαι δεξιά και αριστερά. Να μη σκορπίζεσαι στον άνεμο, να μη σπαταλιέσαι.


  Στη διαδρομή από την κλινική μέχρι την εκκλησία ακούγαμε κλασική μουσική, κι εγώ οδηγούσα με το ένα χέρι. Το άλλο; Μου το κρατούσε και το φιλούσε συνεχώς. Είχε ανάγκη τη στήριξη μου. Είχε ανάγκη να μου πει αμέτρητα ευχαριστώ που βρισκόμουν κοντά του. Και ο Κυριάκος γνώριζε να μιλάει, γνώριζε πως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από τη σιωπή στη ζωή.
  Όμως υπάρχουν και στιγμές που η σιωπή μπορεί να μιλήσει στην καρδιά μας. Όπως τότε. Η παρουσία μας εκεί ήταν μια ερωτική εξομολόγηση με σιωπή και λόγια μαζί.


- Μην ανησυχείς γλυκέ μου, όλα θα πάνε καλά, του ξανάπα, καθώς βγαίναμε από το αυτοκίνητο.