Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Ο Κύρης



Από τους ανθρώπους που γνωρίζω ο πιο δυνατός, περπατάει και τρέμει η γη..
όπως έλεγε και η γιαγιά μου.. Ακόμα και την πέτρα μπορεί να στύψει..

Αυτός είναι ο μπαμπάς μου..

Άντρας ψηλός, μεγαλόσωμος! Φοβίζει όσους δεν τον γνωρίζουν.. Πάντα σοβαρός και μετρημένες οι κουβέντες του.. Μα σαν σε γνωρίσει χαμογελαστός και καταφερτζής..
Χαρακτηριστική εικόνα του μπαμπά μου, να έρχεται από μακριά σοβαρός, να καλησπερίζει όλη την γειτονιά και να κοιτάει προς το μέρος μου και να χαμογελάει ολόκληρος!
Μελαχρινός με πρόσωπο "καθαρό", με δυο γεμάτα λάμψη μελιά μάτια..
Ζαφείρια κεχριμπαρένια στο χρώμα του μελιού.. Παρμένα από τα πιο μακρινά μέρη της Ανατολής.

Τα πιο λαμπερά μάτια που έχω δει..
Ακόμα και στη λύπη λάμπουν χαρακτηριστικά. Όταν σκοτεινιάζουν τρέμουν τα πάντα γύρω μου, φοβάμαι ότι κάτι κακό θα συμβεί.. Θέλω να κάνω τα πάντα για να του πάρω την θλίψη από το πρόσωπο. Ο μόνος άνθρωπος που μπορώ να στηριχτώ.. ο μόνος που θα ζητήσω την βοήθεια του, χωρίς να ντραπώ, χωρίς να νοιώσω ότι υποβιβάζω την αξιοπρέπεια μου. Θέλω να είμαι κοντά του σε ότι χρειαστεί, σε ότι τον ευχαριστεί..

Τίμιος και εργατικός, δουλεύει από μικρός.. Την δουλειά δεν την φοβάται.
Κοπιάζει για την οικογένεια του και για ότι χρειάζεται στη ζωή του.
Πιστός στην Θρησκεία και ευλαβής, σεβάσμιος.

"Χρυσοχέρης" καταφέρνει να κατασκευάσει ότι μπορεί να φανταστεί.
Ιδιαίτερα χρησιμοποιεί το ξύλο, του αρέσει να φτιάχνει κάδρα, καθρέφτες στο χρώμα του μελιού και άλλα έπιπλα με το δικό του στυλ και ιδιαίτερο μάτι. Τα πιο πολλά τα δωρίζει σε φίλους καρδιάς και ανθρώπους που εκτιμάει. ΑΝ ήταν στο χέρι μου θα ήθελα να τα κρατήσω όλα..
Μιλάει σοφά και ακόμα και τα αστεία που λέει έχουν το όριο του μέτρου όπου σπάνια το υπερβαίνει. Του αρέσει η οικογένεια και οι οικογενειακές στιγμές και συζητήσεις. Λατρεύει το ψάρεμα και τα περιστέρια. Περιστεράς από μικρός, απασχόληση από την οποία δύσκολα τον ξεκολλάς. Όπως και τα τραγούδια της δεκαετίας του 80. Έψαχνα για πολλούς μήνες ένα τραγούδι που όταν μου το τραγουδούσε μου έλεγε ότι λεγόταν kamikazi ενώ στην πραγματικότητα λεγόταν summer wine. Όταν διαπίστωσα το λάθος του και του το είπα επιδεικτικά με το αθώο χαμογελό του κατάργησε όλους τους μήνες και όλες τις ώρες που είχα σπαταλήσει..

Χαδιάρης και φοβιτσιάρης στη θέα του αίματος. Κοντεύει να λιποθυμίσει μόλις αντικρίσει αίμα ή συμβεί κανένα ατύχημα και κοπεί πουθενά. Και όταν κρυώνει ή αρρωσταίνει τον βρίσκεις χουχουλιασμένο κάτω από τα σκεπάσματα μέχρι το κεφάλι σκεπασμένο. Μόνο η μύτη και τα μάτια του εξέχουν..
Το καλοκαίρι τον βρίσκει όμοιο με τους ψαράδες, ηλιοκαμμένο, μαύρο τελείως θα έλεγα είναι το χρώμα του, να τριγυρνάει ξυπόλητος στα βράχια, να καθαρίζει την ψαριά που έπιασε, αχινούς και άλλα όστρακα από την θάλασσα. Και το απόγευμα να κάθεται στην παλιά πλατφόρμα σε καρέκλα δίπλα στο λευκό τραπέζι και να ρεμβάζει από κει την ατελείωτη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά του.. Του αρέσει να ακούει τα κύματα. Αγαπημένο του ψάρι τα μπαρμπουνάκια και γενικά τα ψάρια που πιάνει ο ίδιος.

Δεν ξέρω με ποιες άλλες εικόνες θα μπορούσα να τον περιγράψω τον μπαμπά μου. Μπροστά από τα μάτια μου περνάνε τόσες πολλές που όλες με κάνουν να χαμογελάω.
Θα μπορούσα να βάλω κάποιο αρχείο ήχου να ακούγεται που τον έχω ηχογραφήσει να μιλάει. Χαρακτηριστική κουβέντα όταν έχει κέφια είναι το: "Τι έγινε ρε παιδάκι μου, κανένα φράγκο θα πέσει..; γιατί πονάει το δοντάκι μας.. "
και άλλη μια όταν μου έχει θυμώσει που αργώ τα βράδια: "Καλά ρε μουλάρι, φιλότιμο δεν έχεις; , δεν τον σκέφτεσαι τον πατέρα σου που ανησυχει..; "

Χειμώνας 2007

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Η μητέρα..




Λέξη πολύτιμη στη ζωή μου, στη ζωή κάθε παιδιού, κάθε ανθρώπου.

Μητέρα.
Μητέρα..Μητέρα..
Μαμά
Η μαμά μου..

Κτητικότητα. Η μαμά μου! Η δική μου μαμά καλύτερη από όλες τις μαμάδες του κόσμου. Ο άνθρωπος μου. Ο πιο υπομονετικός άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Αγαθή και αθώα, θέλω να την προστατεύω όλη την ώρα. Καλόκαρδη και χρυσοχέρα, δεν θυμάμαι κάτι που να της έχω ζητήσει και να μην το έχει κάνει για να με ευχαριστήσει.

Η μανούλα μου, ο καστανός άγγελος που με περιμένει κάθε μεσημέρι σπίτι, κοντά στην κουζίνα.. κάτι να μαγειρεύει ή να συγυρίζει. Βγαλμένη σαν από παραμύθι κατέχει μια λάμψη, μια ομορφιά ονειρική που στα μάτια μου δεν μπορώ να βρω σε άλλη. Μικροκαμωμένη κι εύθραυστη σαν πορσελάνη ακριβή, σαν ένα αγγείο χειροποίητο που με αγωνία σκέφτεσαι πως να το αγγίξεις μην τυχόν και το χαλάσεις..
Το πρόσωπο της ανάγλυφο, και με κλειστά μάτια θα ξεχώριζα την παρουσία της, σχεδόν εισπνέω την μυρωδιά της.. Τα χείλια της, τα μάγουλα της, τα ματάκια της.
Μάτια πράσινα, στο χρώμα το βαθύ με καφετιές ακτίνες που και που, έντονα και εκφραστικά. Σε ταξιδεύουν σε κοράλλια στα βάθη της θάλασσας, σε ωκεανούς σε περιοχές απάτητες ανεξερεύνητες , σε μέρη τροπικά.. Είναι φορές που σκέφτομαι πως η Άνοιξη κρύφτηκε στα μάτια της, ίσως και το Φθινόπωρο. Τότε που τα δέντρα παίρνουν το χρώμα το πράσινο και το καφέ και το χρυσό και φλερτάρουν με τον ήλιο και τα σύννεφα. Τότε που ο ήλιος παίζει κρυφτό πίσω απ' τα σύννεφα, και ξεγελάει τη φύση, πλανεύοντας την πως ίσως να 'ρθε η 'Ανοιξη..

Αν μπορούσα να την συνδέσω με εποχή πιστεύω ότι θα ήταν ένα με την Άνοιξη, με τις ομορφιές του Απρίλη και του Μάη. Μέσα στην αναγέννηση της γης, μέσα στην εμφάνιση των λουλουδιών και στις λεγόμενες "καμπανούλες" που εμφανίζονται από το πουθενά και προσδίδουν χρώμα στη ζωή. Μάτια γεμάτα υπομονή, ζωντάνια.. κατέχουν μια μελαγχολοκή λάμψη που θέλεις να εξερευνήσεις..

Η μανούλα μου παντρεύτηκε από πολύ μικρή, έτσι έχω τη χαρά και την ευτυχία να έχουμε μικρή διαφορά. Κοντούλα και μικροκαμωμένη έτσι όπως είναι... χωράει ολόκληρη σε μια αγκαλιά... Αναζητώ την αγκαλιά της πολύ συχνά, δύναμη να γεμίσω την ψυχή μου όταν νοιώθω μοναξιά.

Ο άνθρωπος που προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες μέσα στο σπίτι. Η παρουσία της πολύτιμη στη ζωή μας, εκείνη μας ενώνει και μας κρατάει αγαπημένους. Ο ρόλος της πολύπλοκος.. από τις δουλειές του σπιτιού και το φαγητό, μέχρι τις έννοιες του καθενός μας.. Κόβεται σε χίλια κομμάτια για να ευχαριστήσει τους πάντες.
Και σε μια οικογένεια ο καθένας μας χρειάζεται διαφορετική μεταχείριση για να τον προσεγγίσεις. Πόσο αγώνα κάνει για να μην έχει κανένας μας παράπονα.. πόσο αγώνα για να δείχνει αγάπη στον καθένα ξεχωριστά εκεί που το έχει ανάγκη.
Πόσα ευχαριστώ της χρωστάω..

Λατρεύω την φωνή της, λατρεύω την Άνοιξη που ανοίγει ο καιρός και τα παράθυρα του σπιτιού είναι ανοικτά. Καθώς γυρνάω από την δουλειά την ακούω να τραγουδάει. Φωνή αηδονιού, κελαρυστή και μελωδική.
Αυτή είναι η Μητέρα μου, βγαλμένη μέσα από παραμύθι, κατοικεί μέσα στο δικό μου σπιτικό! Κλαίει μαζί μου όταν κλαίω, τον πόνο μου προσπαθεί να τον κάνει δικό της.. μερικές φορές πιστεύω ότι πονάει πιο πολύ από μένα. Τόση είναι η αγάπη της. Και γελάει μαζί μου, όταν έχω όρεξη και χαρά στην καρδιά μου..! Με καταλαβαίνει εκεί που οι άλλοι δεν μπορούν, με γνωρίζει όσο κανείς άλλος, με αισθάνεται όταν πάει κάτι άσχημο να μου συμβεί.

Αν ήταν κίνηση: θα ήταν μια αγκαλιά
Αν ήταν αίσθηση: θα ήταν η αφή
Αν ήταν χρώμα: θα ήταν το καφέ και το πράσινο μαζί
Αν ήταν λίθος: θα ήταν το κεχριμπάρι, το σμαραγδι
Είναι όμως άνθρωπος και είναι η Μαμά μου!!

Χειμώνας 2007

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Ανακατεύθυνση..



Πάνω στη μηχανή ξεχνούσε την ηλικία της. Ήταν ένα παιδί. Μόνο αυτό ήξερε.
Έγερνε το κορμί της δεξιά κι αριστερά και τρελαινόταν όταν ο δρόμος είχε στροφές, στροφές, στροφές…

Να ήταν τώρα εδώ μαζί μου..

Αναστενάζει, νιώθοντας την ελαφράδα της μηχανής και το κενό πίσω της.

Μα μεγαλύτερο είναι το κενό που νιώθει μέσα της.. Τράβηξε το γκάζι ακόμα πιο πολύ θέλοντας να απομακρυνθεί κι άλλο.. από κείνον, από τις σκέψεις της.. από τον ίδιο τον εαυτό της...

Το ηλιοβασίλεμα που εβλεπε μπροστά της φάνταζε αισιόδοξο..!

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Πες κάτι , πες κάτι μίλα μου..

Προσπαθώ να θυμηθώ
τον παλιό σου αριθμό, να σου μιλήσω..

Έχω χρόνια να σε δω
έχεις φύγει ή είσαι εδώ, να σε ρωτήσω

Πες κάτι, πες κάτι μίλα μου
Μια λέξη στείλε μου κι εσύ

Πες κάτι, πες κάτι
μίλα μου

Κυλάει σαν όνειρο η ζωή..

Πως περνάς άραγε εσύ
κάτι θα 'χεις να μου πεις, για να κρατήσω

Θέλω μια καινούργια αρχή
πρέπει κάτι να μου πεις, να συνεχίσω

Πες κάτι, πες κάτι
μίλα μου...



Υ.Γ. στο δρόμο για το πτυχίο , και τα όρια μου.. τεντωμένα...

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Κράτα τα ονειρά σου αληθινά

Ε Ρ Ω Τ Α Σ

ποτέ δεν ξέρεις πότε αρχίζει και πότε τελειώνει..
Άλλοι τον ψάχνουνε..
Άλλοι αναγκαζόμαστε να τον διακόψουμε..
Άλλους μας προδίδει..

Σε όλες τις περιπτώσεις όμως είμαστε τυχεροί γιατί
τον β ι ω ν ο υ μ ε ! ! Κι ο καθένας επιστρέφει στο στυλ που του ταιριάζει, από την στιγμή που αποτύχαμε σε οτιδήποτε άλλο.


Hold your dreams
Don't ever let it go
Be yourself
And let the world take notice

So many doubts running through your mind
All the excuses
Don't have the time
All the rejection you have to leave behind

Τόσες πολλές αμφιβολίες στο μυαλό σου..
Και δεν υπάρχει χώρος για δικαιολογίες..
Όλη η απόρριψη που πρέπει να αφήσεις πίσω σου...

Leave it all behind...

Αλλαγή πλεύσης λοιπόν με χαμόγελο
δεν ξαναγυρνάμε πίσω

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Κεράκι..

Και οι θάλασσες στα μάτια του σηκώσανε κυματάκι και χορεύανε. Δυο σκούρες θάλασσες φουρτουνιασμένες που περιμένανε πάντοτε κάποιο ξημέρωμα…


Εκείνη

«Κουράστηκα..» θέλησε να πει, μα το μετάνιωσε πάλι.. Σάμπως δεν το ‘ξερε;; ή μήπως έλεγε κάτι καινούργιο.. όλο της το είναι πνιγότανε μέσα σε αυτό το σώμα.. τα πάντα καταστρέφονταν γύρω της και κείνη αμίλητη, ψυχρή, όπως άλλοτε το επέβαλαν οι καταστάσεις..

Ποτέ άλλοτε η μοναξιά δεν της είχε κάνει πιο μεγάλο κακό. Κι αυτή… κι αν είχε περάσει μοναξιές και μοναξιές.. Μοναξιές θανάτου, αποχωρισμού, προδοσίας, μηδενισμού.. και όλα όσα μπορεί να σκεφτεί και να πράξει ένα ανθρώπινο μυαλό.. Μα ποτέ δεν το ‘βαζε κάτω, η αντοχή και η θέληση για ζωή ξεχειλίζανε το ποτήρι της και πάντα καθαρίζανε όλη την ψυχή της.

Τα δάκρυα τρέχανε βρυσούλα μισάνοιχτη κάθε τρεις και λίγο , μα όλα καθάριζαν.. σβήνανε το μαράζι.


Πόσο καιρό είχε να κλάψει από τότε; Πόσους μήνες; Πόσες μέρες; Οι υποχρεώσεις δεν αφήνανε περιθώριο για καταπτώσεις.. όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα, έτρεχε, κοιμόταν και ξυπνούσε χωρίς συναισθήματα… που είχε πάει όλο αυτό;

Σανίδα σωτηρίας ζητούσε να βρει και βρήκε.. πιάστηκε.. με νύχια και με δόντια πιάστηκε να αντέξει τον καιρό.. να επιβιώσει.. Ο πόνος από την απουσία του την τρέλαινε.. κατρακυλούσε, πνιγόταν μέσα σε κείνη.. έπρεπε να πατήσει στα πόδια της να πει φτάνει.. ως εδώ είσαι..

Το έκανε, στην αρχή με μάτια κλειστά, ύστερα ήρθαν οι τιμωρίες.. τιμωρούσε εκείνη και τους άλλους.. Πλήγωνε και κορόιδευε συναισθήματα.. κορόιδευε απωθημένα, λόγια πικρά που τριγυρνούσαν στο μυαλό της.. καταπιεσμένα.. Κεράκι η ψυχούλα της που έκαιγε μέσα σε νερό.. άλλες φορές μισόσβηνε και άλλες πάλι σπίθες πέταγε να ξαναλαμπαδιάσει.. Προσπαθούσε.

Μια εικόνα είχε μείνει από ‘κείνον.. μια εικόνα, ένα πρόσωπο μια καρδιά.. τίποτα άλλο.

Οι συζητήσεις τους αραιές ως σπάνιες.. πέρναγαν οι μήνες και μια καλημέρα πουθενά.. «Θα το ξεπεράσω», έλεγε και ξανά έλεγε εκείνη.. θα το ξεπεράσω.. προχώρησα, στάθηκα στα πόδια μου, άλλαξα εμφάνιση και αντοχή.. Μπορώ! Θα το ξεπεράσω…

Μα σαν κοντοστεκότανε η ψυχή της, πισωγυρνούσε και κοίταγε.. Πολύτιμες στιγμές, ματιές σε μια φωτογραφία.. Ποτέ δεν τον ξεπέρασε.. τον αγαπούσε όσο ποτέ άλλοτε, όσο κανέναν, δεν ζητούσε τίποτα για την αγάπη της αυτή απλά περίμενε.. ποτέ δεν γύρισε.. ούτε θα γυρνούσε δηλαδή όσο ακόμη και αν περίμενε.. Ποτέ δεν την συγχώρεσε, ποτέ δεν την ένιωσε όσο εκείνη..

Ήρθε η στιγμή να τον ξεκόψει τελείως.. σταλιά σταλιά εδραίωνε την παρουσία του μέσα της και εκείνη η καημενούλα πνιγόταν.! Έχανε την σιγουριά της απόστασης, ήλπιζε, ήθελε να τον δει, ένα άγγιγμα μια αγκαλιά..

Πόσο λυπόταν τον εαυτό της, κατρακυλούσε για πολλοστή φορά.. πόσα ακόμα έπρεπε να κάνει για να την αγαπήσει;; Όχι έπρεπε να πει αντίο..

Τον έσβησε..

Όχι από την καρδιά , άλλα από οπουδήποτε αλλού. Η απόσταση θα την ηρεμούσε, η άγνοια αντίδοτο στην καρδιά, βοήθεια στο ξε- αγαπώ…

Τίποτα δεν έγινε.. τα δεδομένα παρέμειναν τα ίδια.. εκείνη αιώνια χαζή.. λυπημένη και πνιγμένη στην αγάπη της.. Εκείνος, κάνοντας μια ζωή που του αρκούσε , γλεντώντας και γνωρίζοντας κόσμο..

Οκτώβρης ήταν θυμάται.. στην τελευταία κουβέντα τους. Τα τελευταία λόγια διαλέχτηκαν και έπρεπε να είναι πικρά, αμείλικτα.. Κι ύστερα σιωπή..

Δεν πίστευε στα μάτια της, δεν ήθελε να δεχτεί.. Προχώρησε.. λίγο ακόμα.

Ένα εξάμηνο μετά.. εκείνη ταλαιπωρεί ακόμα την ψυχή της με μια αγάπη αδιέξοδη, μονόπλευρη, ανεκπλήρωτη.. Εκείνος θα ναι κάπου ευτυχισμένος, καινούργια αγκαλιά καινούργια ελπίδα..


Δυο σκούρες θάλασσες φουρτουνιασμένες που περιμένανε πάντοτε κάποιο ξημέρωμα…

Εκείνος

Ήρθε η στιγμή να ξανά ελπίσει.. ήρθε η στιγμή για ένα καινούργιο πρόσωπο να αναζητήσει.. Πώς να μην ήταν συγκινημένος..; πώς να μην χαιρόταν;, να παραλυρούσε.. Άνοιγε τα χέρια του και άφηνε την ευτυχία να τον χαϊδέψει.. Μόνο η ψυχούλα του ήξερε τι είχε περάσει, και πόσο είχε πληγωθεί μέχρι να φτάσει τα 30αντα! Ζωή χωρίς συναίσθημα δεν είναι ζωή.. έλεγε και ξανά έλεγε.. Μα δεν άφηνε καμιά να μπει στην καρδιά του μέχρι να είναι έτοιμος.. Μέχρι κάτι να τον σκουντούσε.. Χρόνια, μήνες μέρες ατελείωτες.. καθισμένος σε εκείνο το πεζούλι να κοιτάει την θάλασσα, ήθελε να αγαπήσει..

Ήρθε από την πλευρά της θάλασσας γοργόνα να τον μαγέψει.!! Ευτυχισμένη φαντάζει που τον απέκτησε, κέρδισε την καρδιά του.. Κάθε ευτυχία να τους κυκλώσει..

Εκείνη

Γνωρίζει τα πάντα, πονάει… Δεν μιλάει, δεν αντιδράει..

Άραγε ποια αντίδραση θα ταίριαζε σε κάτι τέτοιο;

Το κεράκι κοντεύει πια να σβήσει , να χαθεί.. Και το νερό που επιπλέει, θάλασσα που το απομακρύνει όλο και πιο πολύ από τον φάρο που αγαπούσε..

Ποτέ του δεν τον έφτασε το καημένο το κεράκι.. πάντα φώτιζε και πάντα κολυμπούσε προς τα εκεί.. τα χεράκια του κουπιά, να δουλεύουν ενάντια στις εποχές, ενάντια τους μήνες.. και κείνο αναμμένο να λάμπει, μήπως και το δει.. Πάντα στο ελάχιστο η απόσταση και πάντα στο άπειρο. Σταμάτησε.. δεν κουράστηκε μα κατάλαβε τώρα πια .. Ποτέ του δεν θα το δει.. ποτέ δεν θα το εκτιμήσει, να το αγαπήσει..

Άφησε τα χεράκια του τα ματωμένα, το κορμάκι του το ταλαιπωρημένο, την ψυχούλα κουρέλια και το κύμα το παίρνει μακριά.. Ελπίδα καμιά..

Είναι μέρες τώρα που σβήνει και θα χαθεί.. Εύχεται ο φάρος του να είναι πάντα ευτυχισμένος και χαμογελαστός.. όμορφος και φωτεινός από ευτυχία.. ποτέ έρημος όπως αυτό..

The mission- Butterfly on a wheel


Όλα αυτά γράφονται για να θυμούνται οι μνήμες τις αγάπες αυτές, τις μεγάλες. Όλα γράφονται πάντα όταν όλα τελειώνουν και δεν υπάρχει γυρισμός στο συναίσθημα.. Αυτή τη στιγμή μου είναι πολύ δύσκολο να καταλήξω, στο αν πονάω ή στο αν θέλω να γίνει για πάντα ευτυχισμένος εκείνος ο φάρος ο όμορφος..

Αν πονάω σημαίνει ότι τον αγαπώ ή ότι ξεφεύγω από τα κεκτημένα;;;

Και αν δεν κλαίω σημαίνει ότι τον ξέχασα ή ότι αποδέχομαι αυτό που ευχόμουν για την ψυχούλα του;;;

Θα θελα πολύ μέσα από την καρδιά μου να σας πω, ότι με σκέφτηκε και μήνυμα στάλθηκε με λέξεις μου λείπεις, είσαι καλά;

Μα κι έτσι να μην γίνει, το κεράκι όντως ταξίδεψε πολύ… όντως ακόμα ταξιδεύει.. και θα ξαναπεράσει κι από δώ!!

Καληνύχτα…

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Σαν σμάρι διαβατάρικα πουλιά

«Μετρούσα τις βουτιές,

Τις μοίρες κλήσης,

Την ταχύτητα , την ένταση του ήχου που άφηναν πίσω στο πέταγμα τους.»

Όλα τα μετρούσα , τα λαχταρούσα.. σαν να ‘θελα κομμάτι τους να ‘μαι κι εγώ.. Κάποιες φορές από τη λύσσα μου ένοιωθα τον αέρα τους να με χτυπάει. Ανακάτευε τα μαλλιά μου καθώς γύριζα όλο και πιο πολύ γύρω από τον εαυτό μου.Γύριζα… γύριζα και ανάσαινα..

Ένοιωθα ζωντανή.. τόση ήταν η λύσσα μου, η λύσσα της ψυχής μου.

Κομμάτι τους ήθελα να ‘μαι. Έκλεινα τα μάτια και παραδινόμουν.. πότε εδώ και πότε εκεί..

Και όταν ο αέρας κόπαζε και πάταγα στο έδαφος, ήξερα, δεν είχε έρθει η στιγμή ακόμα..

Σκούπιζα τα χείλη με τον καρπό να σβήσω τα χνάρια του διψασμένου. Έπαιρνα γρήγορες ανάσες, καταλάγιαζα την ορμή. Έκανα υπομονή. Μέχρι την επόμενη στιγμή που η ταχύτητα τους θα με έκανε …

Να ταξιδέψω…