Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Λίγο από την γιαγιά μου και το σπίτι της... μου λείπεις..

Άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στον ασβεστωμένο τοίχο και στην ερειπωμένη , άλλοτε μπλε πόρτα.

Ήταν εκεί , εκεί που ήθελε να είναι πάντα.. στο σπίτι που έμενε η γιαγιά της κάποτε.

Ότι είχε απομείνει τουλάχιστον από αυτό και από την ζωή που μαρτυρούσε.

Όσα λεπτά χρειάζονται για να ξελυθεί μια στιγμή από κόμπο ναυτικό, είναι τα λεπτά που θέλει η ψυχή για να ταξιδέψει σε κάθε σπιθαμή του χώρου αυτού.. να ακουμπήσει τους τοίχους, να σαλέψει τα δέντρα, να φιλήσει το χώμα.. να δει με τα μάτια της μνήμης την γιαγιά της να την περιμένει, και κείνη μικρό κοριτσάκι ακόμα να τρέχει με ορμή και να πέφτει στα πόδια της, να την αγκαλιάζει και να της ζητά λουκουμάκια και καραμέλες να γεμίσει τα χέρια της. Και άλλοτε πάλι κορίτσι του δημοτικού και του γυμνασίου να γυρνάει σε αυτήν την αυλή να κρέμεται από τη λεμονιά, να παίζει με τα νερά , με τα κουνέλια της , να ποτίζει τα λουλούδια και να νοιώθει ότι βρίσκεται στον παράδεισο. Γιατί αυτό αντιπροσώπευε το σπίτι της γιαγιάς της, ένα μικρό παράδεισο, και η γιαγιά της ήταν ο άγγελος της!!


Όλα ήταν εδώ τώρα πια, όπως θα μπορούσαν να παραμείνουν με το πέρασμα του χρόνου και την εγκατάλειψη των ανθρώπων.. όμως στα μάτια της το μέρος αυτό δεν άλλαζε με τίποτα, ακόμα και η γιαγιά της ήτανε εκεί.. η ψυχή της ταξίδευε κάτω από την σκιά της λεμονιάς τα μεσημέρια, γυρνούσε γύρω από της στάλες του νερού που έσταζαν υπομονετικά από την βρύση στην αυλή και έλαμπε, έλαμπε μαγευτικά στις ακτίνες του ηλίου.


Άλλοτε κυρίως την Άνοιξη έβρισκε την ψυχή της γιαγιάς της στην πίσω αυλή, γύρω από τα λευκά άνθη της κορομηλιάς. Ο αέρας σάλευε τα κλαδιά της και πάντα κάτι της σιγο ψιθύριζε στο αυτί από την αγάπη της. Ευχές για καλή τύχη, χάδι στα μαλλιά..


Τώρα πια η λεμονιά είχε στερηθεί πολύ νερό από ότι φαινόταν γιατί είχε χαθεί το έντονο πράσινο χρώμα της και είχε μαραζώσει, τα λουλούδια ακόμα και οι γλάστρες.. της φάνηκε ότι είχαν αραιώσει σημαντικά, ο ταλαιπωρημένος φίκος την περίμενε στην γωνία υπομονετικά, καθώς έπεφτε το φως πάνω του φάνταζε ακόμα πιο δεσποτικός μέσα στην αυλή.. Άρχοντας που ξέμεινε στο χρόνο.. να θυμίζει το χρόνο που πέρασε να προσμένει το χρόνο που θα ‘ρθει, τι στιγμές θα φέρει!


Κοίταξε λίγο πιο μέσα, ακόμα και οι κρίνοι ήταν κι αυτοί εκεί. Πριν διαλέξει να ξεδιπλώσει την ψυχή της, επέλεξε να δώσει στο μέρος λίγη από την προσοχή της, μάζεψε τα μπατζάκια από το παντελόνι της, έπιασε βιαστικά τα μαλλιά της μ’ ένα κοκαλάκι και άνοιξε την βρύση!! Ο παράδεισος της χρειαζόταν μπόλικο νερό, για να ανασάνει και κείνος απαραίτητα. Έτσι κ έγινε! Στα επόμενα δέκα λεπτά.. το χώμα είχε γίνει πιο σκούρο καθώς ήταν βρεγμένο, οι γλάστρες ξεχειλίζανε από νερό, η λεμονιά είχε δροσιστεί και προσπαθούσε να αποθηκεύσει όσο πιο πολύ νερό μπορούσε ακόμα και τα φύλλα της, οι κρίνοι , ο δυόσμος γέμιζαν με αρώματα τον αέρα ανάμεσα στην υγρασία και όλα λάμπανε, γεμάτα χρώματα και δροσιά. Ο ήλιος φάνηκε να παιχνιδίζει μέσα στο βρεγμένο τοπίο τώρα πια, χαρούμενος όπως ήταν τις χάριζε μέσα στα μάτια της στιγμές παιδικότητας.. άλλοτε αληθινές.



Και εκεί στην γωνία, εκεί κοντά στον φίκο δίπλα στο νοτισμένο του χώμα, κοντά στις στάλες που τρέμανε από την κίνηση των φύλλων, την είδε.. ήταν εκεί και κείνη μαζί της. Χαρούμενη όπως πάντα, όπως κάθε φορά που την έβλεπε, υπομονετική σαν όλες τις γυναίκες της εποχής της, μα ξεχωριστή καθώς καμιά από όλες εκείνες τις κυρίες δεν μπορούσε να την φέρει πίσω κοντά της. Καμία δεν ήταν ΕΚΕΙΝΗ..


Καιρό τώρα την είχε χάσει. Θα ‘χαν περάσει χρόνια από κείνο το ξημέρωμα του Μαΐου που την ειδοποίησαν ότι δεν θα την ξαναδεί. Και έφυγε απότομα, τόσο γρήγορα που δεν μπόρεσε η Ζένια να μαζέψει λίγη αγάπη να της δώσει να πάρει μαζί της, να έχει συντροφιά.. Τόσο απότομα που την άφησε να μεγαλώσει μόνη της, χωρίς την στοργή της και την φροντίδα της, να υπομένει ένα σιωπηλό μαρτύριο.. την απουσία της. Παρηγοριά της πάντα είχε τις συζητήσεις που τις έστελνε με την καρδιά.


Γιαγιά μεγάλωσα, έλεγε η ψυχή της και ξεχείλιζε το παράπονο. Συνέχιζε να κάνει δουλειές μέσα στο παλιό πέτρινο σπίτι όμως συνάμα έδειχνε τι έκρυβε μέσα στην καρδιά. Τα λόγια της λυθήκανε σιγά σιγά, όπως και οι σκέψεις και τα προβλήματα. Μεγάλωσα μα ακόμα ανάκατα τα έχω στην καρδιά μου, και λύση δεν μπορώ να βρω. Πώς να σου μοιάσω όταν δεν ξέρω και εγώ η ίδια ποιο δρόμο θέλω να ακολουθήσω. Προς τα που να πάω και τι να ορίσω σαν κατόρθωμα για να το φτάσω. Ακόμα και η καρδιά μου τώρα τελευταία με προδίδει, δεν ελέγχω τα συναισθήματα μου.


Μου λείπεις γιαγιάκα ... θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω...
Βαρέθηκα να σε διαβάζω στα γραπτά μου.. θέλω να σε πάρω αγκαλιά.. πολλά ζητάω γαμώτο μου...
Έναν τόπο να έρχομαι να σε βρίσκω.. έναν τόπο.. τον έχασα κι αυτόν...

1 σχόλιο:

Anastasia είπε...

Οι άνθρωποι που αγαπάμε όσο μακριά κι αν πάνε θα είναι πάντα δίπλα μας.
Θα τους νιώθουμε κοντά μας ακόμη κι αν το άγγιγμα τους δεν μπορεί να μας φτάσει.
Είναι σκληρός ο χρόνος, ποιος σκληρός από τον ίδιο τον θάνατο γιατί ξεθωριάζει την εικόνα μέσα μας και αυτό πονάει διπλά.
Σε καταλαβαίνω μα…..μπορούμε να κάνουμε αλλιώς;
Δεν μπορούμε !