Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

..


Είναι μέρες που δε φεύγουν ποτέ απ’ το μυαλό μου, που θυμάμαι κάθε τους μυρωδιά, κάθε σκέψη, κάθε παραπάνω χτύπο της καρδιάς. Μέρες που δεν κύλησαν, μα ξάπλωσαν πάω στην ψυχή μου σαν σφραγίδες, με κάθε τους στιγμή ατόφια και κρυστάλλινη να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μου, να τρέχει κατευθείαν στην καρδιά μου, να βουτιέται ολόγυμνη στη σκέψη μου, να γίνεται εγώ, να γίνομαι αυτή, για κείνη τη μικρή και φευγαλέα αιωνιότητα της διάρκειάς της. Μα είναι μυστήριο πράγμα οι στιγμές. Έχουν όλη τη δύναμη να σε ρουφήξουν και να χαθείς για πάντα μέσα τους, κι όμως ποτέ δε στέκονται αρκετά για να προλάβεις. Βουτούν ένα κομμάτι σου και τρέχουν στα έγκατά σου να κρυφτούν. Κι εκεί ματώνουν, στα σκοτάδια της ψυχής, εκεί ανθίζουν , εκεί σιγά κι αθόρυβα σε πλάθουν.

Μια τέτοια μέρα αποχαιρέτησα για πάντα τον παππού μου- αν ποτέ υπάρχουν αποχαιρετισμοί μ’ ανθρώπους που ‘ναι ένα με τα κύτταρα σου. Ένα Νοέμβριο, έντεκα χρόνια πριν. Ήμουν είκοσι χρονών. Έκανε κρύο; Περίεργο… αυτό δεν το θυμάμαι. Μα θυμάμαι το κλάμα μου.
Καθόμουν στα στασίδια της πρώτης σειράς. Μόνη, εγώ έτσι ένιωθα. Εγώ κι αυτός, εκεί, κέρινος και ξένος… Πως μου ‘χε φύγει τόσο ξαφνικά; Πως είχαν όλες μας οι μαγικές στιγμές χαθεί; Πως είχαν ξεχαστεί; Μετά πικροί καφέδες, παξιμάδια, σούσουρο… «Πόσο καιρό έχω να σε δω!...»
Όμως ξαφνικά, εκεί, πάνω στο κλάμα για το «αντίο» που δεν είχε προλάβει να πει, σαν ξαφνική παρηγοριά ήρθαν οι τελευταίες λέξεις που ‘χε σε ανύποπτη στιγμή προφτάσει να μου πει. Σηκώθηκα να φύγω βιαστική.
Βρέθηκα έξω απ’ την πόρτα του με την καρδιά μου να βουίζει από αναμνήσεις. Χίλιες αγκαλιές, χίλια τραγούδια, χίλιες βόλτες που τις σκέπαζε ο ήλιος κι η μυρωδιά απ’ τα δέντρα και τη θάλασσα, χίλια παραμύθια. Με χέρια που ‘τρεμαν γύρισα το κλειδί κι ο ήχος του μ’ έστειλε πίσω, στα μεσημέρια που τον περίμενα να μπει αγέρωχος και γελαστός, μ’ ένα τρυφερό πείραγμα στην άκρη της γλώσσας. Γεμίζαμε με τη γιαγιά μου όλο το σπίτι με φως, με μυρωδιές από το ζεστό φαγητό, από τα καθαρά σεντόνια, από το σαπούνι στα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα, κι όλο αγωνία τον περιμέναμε να μπει για να τους δώσει ζωή και να τα γεμίσει τραγούδια με τη βαριά μελωδική φωνή του.
Τώρα, αυτό το ίδιο σπίτι στεκόταν μπρος μου σαν μισογκρεμισμένο ιερό παλιού θεού που ‘χανε πάψει πια να τον πιστεύουν.
Τα γέλια, τα παιχνίδια, τα παραμύθια βαριές σκιές πάνω στα σκονισμένα έπιπλα, που θα ‘λιωναν σε μια χωματερή ή στην καρότσα κάποιου παλιατζή.
Λες και πεθαίνουν και τα σπίτια μαζί με τις ψυχές που τα κατοικούν.

Είναι κάποιες μέρες που από μόνες τους ντύνονται επίσημα, φοράνε μαυρό κουστούμι και γραβάτα, και γυρνάνε στο μυαλό σου, έχοντας στο πέτο ένα λουλούδι. Δεν βλέπεις πρόσωπο, μόνο την εικόνα από ένα κορμί, δεν βλέπεις εκφράσεις, μόνο δυο ξένα χέρια..
Μέσα στη βδομάδα που πέρασε γκρεμίστηκε το σπίτι της γιαγιάς μου! Για να φτιαχτεί κάτι καλύτερο , κάτι ομορφότερο, να δώσει τροφή και όνειρα σε μια αγαπημένη οικογένεια!
Είναι μέρες που απλά περνάνε, για να περάσουν ,, και να δώσουν την αφετηρία για κάτι άλλο, κάτι καινούργιο.. μέρες που αυτό το ίδιο και το ίδιο πράγμα τριγυρνάει μέσα στο μυαλό μου και θέλει να το καταθέσω.. Μέρες που θέλω να ξαναγίνω παιδί.. για να βρεθώ μαζί σου


( απόσπασμα από το μυθιστόρημα " Είναι που δεν χωρώ σε ξένα όνειρα" )

3 σχόλια:

Anastasia είπε...

Διάβασα αυτό το βιβλίο όπως και το αναπάντεχο φτερούγισμα θνητών της ίδιας και μου άρεσαν πάρα πολύ.
Θα μπορούσα να ξεχωρίσω όλο το βιβλίο.
Διάλεξες πολύ ωραίο κομμάτι.

Χαίρομαι που σε ξανά βρίσκω : ))

didymina είπε...

Να ευχηθώ καλή επάνοδο με θετική σκέψη !!!
Τη χαμογελαστή μου καλημέρα

mirca είπε...

Thanks βρε κοριτσαρες!!!!

Ειναι καποια πραγματα που θελω να θυμαμαι.. αξίες.. η γιαγιακα μου!!! -μου λειπει..

Θετικη σκέψη παντα!!! Αντε λιγο να το σουλουπώσουμε εδω μέσα!!!

Σας φιλώ!!